Σε μία ιδιαίτερα σημαντική δικαστική εξέλιξη για την τραγωδία των Τεμπών, το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών αναγνώρισε αστική ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου και επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης σε συγγενείς θύματος του σιδηροδρομικού δυστυχήματος της 28ης Φεβρουαρίου 2023. Η απόφαση αυτή παρουσιάστηκε δημοσίως ως η πρώτη που καταλογίζει ευθύνη στο Δημόσιο για την τραγωδία, στοιχείο που της προσδίδει αυξημένη πρακτική και συμβολική βαρύτητα.
Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι συγγενείς του θύματος δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν, επειδή το Δημόσιο παρέλειψε να ασκήσει αποτελεσματικά τον εποπτικό και εγγυητικό του ρόλο σε θέματα σιδηροδρομικής ασφάλειας. Αντίθετα, η αγωγή κατά της σιδηροδρομικής εταιρείας-φορέα υποδομής κρίθηκε απαράδεκτη από τη διοικητική δικαιοσύνη, επειδή το σχετικό σκέλος υπαγόταν στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όχι των διοικητικών.
Το κεντρικό μήνυμα της απόφασης είναι σαφές: όταν πρόκειται για υπηρεσία κοινής ωφέλειας που άπτεται άμεσα της ανθρώπινης ζωής, το κράτος δεν μπορεί να αποσύρεται πίσω από την οργανωτική αυτοτέλεια επιμέρους φορέων.
Αν γνωρίζει επί μακρόν σοβαρές ελλείψεις ασφαλείας και δεν παρεμβαίνει αποτελεσματικά, μπορεί να υπέχει ευθύνη αποζημίωσης.
Η συγκεκριμένη κρίση είναι κομβική επειδή δεν περιορίζεται σε ένα γενικό ηθικό σχόλιο για την τραγωδία. Προχωρά ένα βήμα παραπέρα και συνδέει συγκεκριμένα πραγματικά δεδομένα με συγκεκριμένη νομική βάση ευθύνης. Δημοσιεύματα τη χαρακτήρισαν ως την πρώτη απόφαση που επιρρίπτει ευθύνη στο Ελληνικό Δημόσιο για την κατάσταση του σιδηροδρομικού δικτύου σε σχέση με τα Τέμπη.
Η πρακτική της αξία είναι διπλή.
Πρώτον, δείχνει ότι οι αγωγές συγγενών θυμάτων δεν είναι θεωρητικές ή αμιγώς συμβολικές, αλλά μπορούν να οδηγήσουν σε δικαστική αναγνώριση αποζημιωτικής ευθύνης του Δημοσίου.
Δεύτερον, διαμορφώνει έναν σαφή άξονα επιχειρηματολογίας για επόμενες υποθέσεις: γνώση των κινδύνων, ελλείψεις στα συστήματα ασφαλείας, ανεπαρκής εποπτεία και αιτιώδης σύνδεσμος με το ζημιογόνο αποτέλεσμα.
Το Δικαστήριο στηρίχθηκε σε κρίσιμα πορίσματα και τεχνικά στοιχεία για να καταλήξει ότι, κατά τον χρόνο του δυστυχήματος, δεν λειτουργούσαν βασικές δικλείδες ασφαλείας του σιδηροδρομικού συστήματος. Στο σκεπτικό του αποδίδεται ιδιαίτερη βαρύτητα
α) στη μη λειτουργία της φωτεινής σηματοδότησης,
β) του συστήματος τηλεδιοίκησης και ελέγχου κυκλοφορίας,
γ) του συστήματος αυτόματης πέδησης και του συστήματος συνεχούς ραδιοεπικοινωνίας.
Κατά τη δικανική κρίση, αν αυτά τα συστήματα λειτουργούσαν, το ανθρώπινο λάθος θα μπορούσε να αναχαιτισθεί προτού εξελιχθεί σε μαζική καταστροφή.
Με άλλα λόγια, η απόφαση δεν αντιμετωπίζει το δυστύχημα ως ένα μεμονωμένο ατυχές συμβάν, αλλά ως αποτέλεσμα σωρευτικών ελλείψεων ασφαλείας σε ένα σύστημα όπου η τεχνική πρόληψη όφειλε να αποτρέπει ή τουλάχιστον να ανακόπτει τα μοιραία αποτελέσματα του ανθρώπινου σφάλματος.
Η απόφαση κινείται πάνω σε έναν σαφή νομικό άξονα: άρθρα 105 και 106 ΕισΝΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 932 ΑΚ. Το άρθρο 932 ΑΚ επιτρέπει στο δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στην οικογένεια θανόντος. Κατά πάγια νομολογία, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται αναλόγως και στις περιπτώσεις αστικής ευθύνης του Δημοσίου, μέσω των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ. Η ίδια η απόφαση πατά ακριβώς πάνω σε αυτή τη σύνδεση. Παράλληλα, ο ν. 5039/2023 προέβλεψε ειδικά μέτρα στήριξης για τα θύματα και τους συγγενείς της τραγωδίας και όρισε ότι οι αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων για σχετικές απαιτήσεις κηρύσσονται υποχρεωτικά προσωρινά εκτελεστές· η ρύθμιση όμως αυτή δεν ίσχυσε εδώ, επειδή η αγωγή είχε μετατραπεί σε αναγνωριστική και δικάστηκε από διοικητικό δικαστήριο.
Η υπόθεση εντάσσεται πρωτίστως στο καθεστώς αστικής ευθύνης του Δημοσίου για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις οργάνων του, κατά τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα.
Για να θεμελιωθεί η ευθύνη αυτή, απαιτούνται τρία βασικά στοιχεία:
Το πιο δυνατό σημείο της απόφασης είναι ότι το Δικαστήριο δεν αρκέστηκε στο να διαπιστώσει ελλείψεις στο πεδίο. Προχώρησε στην επόμενη, νομικά κρίσιμη, σκέψη: αν το κράτος είχε γνώση των σοβαρών και διαρκών ελλείψεων, αλλά δεν παρενέβη αποτελεσματικά, τότε η παράλειψη αυτή αποκτά νομικό βάρος και μπορεί να θεμελιώσει αποζημιωτική ευθύνη.
Η δικαστική συλλογιστική κινείται σε τέσσερα επίπεδα.
Πρώτον, αναγνωρίζει ότι οι σιδηροδρομικές μεταφορές είναι υπηρεσία κοινής ωφέλειας, άμεσα συνδεδεμένη με την προστασία της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας.
Δεύτερον, δέχεται ότι οι κεντρικές κρατικές αρχές είχαν εποπτική και τελικά εγγυητική ευθύνη για την ασφάλεια του συστήματος.
Τρίτον, κρίνει ότι υπήρχε επί μακρόν γνώση τόσο των ελλείψεων στα συστήματα ασφαλείας όσο και της ανεπαρκούς εποπτείας από τους αρμόδιους μηχανισμούς.
Τέταρτον, συνδέει τη μη άσκηση αποτελεσματικής εποπτείας με το τελικό αποτέλεσμα, θεωρώντας ότι χωρίς αυτή την παράλειψη το δυστύχημα μπορούσε να είχε αποτραπεί.
Με απλά λόγια, το Δικαστήριο δεν είπε απλώς ότι “υπήρξαν παραλείψεις”. Είπε ουσιαστικά ότι οι παραλείψεις αυτές ήταν τόσο σοβαρές, γνωστές και κρίσιμες για την ασφάλεια, ώστε το κράτος δεν μπορούσε να μείνει αδρανές χωρίς να υπέχει έννομες συνέπειες.
Η απόφαση ξεχωρίζει προσεκτικά τη δικαιοδοσία. Κρίνει ότι οι αποδιδόμενες παραλείψεις του πρώτου εναγομένου φορέα σιδηροδρομικής υποδομής, ως προς τη λειτουργία, διοίκηση και εκμετάλλευση του δικτύου, δεν συνιστούν άσκηση δημόσιας εξουσίας με την έννοια που απαιτείται για να υπαχθεί η διαφορά στη διοικητική δικαιοσύνη. Για τον λόγο αυτό, το σχετικό σκέλος της αγωγής απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου.
Αυτό είναι πρακτικά πολύ σημαντικό. Η απόφαση δείχνει ότι, σε υποθέσεις Τεμπών, δεν αρκεί μόνο το ποιος ευθύνεται ουσιαστικά. Εξίσου κρίσιμο είναι ποιο δικαστήριο είναι αρμόδιο για κάθε εναγόμενο. Για το Δημόσιο, η διαφορά κρίθηκε διοικητική. Για τον φορέα ιδιωτικού δικαίου, η κρίση παραπέμπει στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.
Ένα δεύτερο πολύ ενδιαφέρον σημείο της απόφασης αφορά τον κύκλο των δικαιούχων. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι η “οικογένεια” του άρθρου 932 ΑΚ δεν εξαντλείται τυπικά μόνο σε μία στενή, απόλυτα κλειστή κατηγορία, αλλά αφορά τους εγγύτερους και στενά συνδεόμενους με τον θανόντα συγγενείς. Παρ’ όλα αυτά, στην πράξη ακολουθεί έναν αρκετά πειθαρχημένο νομολογιακό κανόνα: οι συγγενείς πέραν του δεύτερου βαθμού δεν θεωρούνται αυτομάτως δικαιούχοι. Για να αποζημιωθούν, απαιτείται να αποδειχθεί κάτι περισσότερο, όπως έλλειψη εγγύτερων συγγενών ή μακρά και ουσιαστική σχέση φροντίδας.
Γι’ αυτό το Δικαστήριο αναγνώρισε αποζημιωτέα ψυχική οδύνη στον ανιόντα για την απώλεια του τέκνου και του εγγονού του, καθώς και στα αδέλφια για την απώλεια του αδελφού τους, αλλά όχι αυτοτελή αξίωση των αδελφών για τον θάνατο του ανιψιού τους. Το σημείο αυτό έχει μεγάλη αξία για την πράξη, γιατί δείχνει πόσο καθοριστικός είναι ο ακριβής προσδιορισμός της συγγενικής σχέσης και η τεκμηρίωση της ιδιαίτερης συναισθηματικής σύνδεσης.
Με βάση την απόφαση, το Δικαστήριο αναγνώρισε:
Άρα, το συνολικό ποσό που αναγνωρίστηκε ανέρχεται σε 360.000 ευρώ.
Η απόφαση αυτή δεν κλείνει το θέμα. Το ανοίγει. Και το ανοίγει με τρόπο νομικά σοβαρό.
Το βασικό της αποτύπωμα είναι ότι δέχεται πως η κρατική ευθύνη μπορεί να θεμελιωθεί όχι μόνο όταν ένα όργανο ενεργεί άμεσα παρανόμως, αλλά και όταν το κράτος, ενώ οφείλει να εποπτεύει κρίσιμους τομείς ασφάλειας, παραμένει αδρανές ή παρεμβαίνει ανεπαρκώς. Αυτό δημιουργεί ένα ισχυρό νομικό προηγούμενο επιχειρηματολογίας για συγγενείς θυμάτων ή τραυματίες που επιδιώκουν αποζημίωση.
Δεν σημαίνει, βέβαια, ότι κάθε επόμενη υπόθεση θα έχει ίδιο αποτέλεσμα ή ίδια ποσά. Η ψυχική οδύνη κρίνεται εξατομικευμένα. Όμως η απόφαση προσφέρει ένα καθαρό μοντέλο: πραγματικό υπόβαθρο, διαπιστωμένες ελλείψεις ασφαλείας, γνώση των κινδύνων, εποπτική παράλειψη, αιτιώδης σύνδεσμος και, τέλος, χρηματική ικανοποίηση.
Η πρώτη αυτή δικαστική κρίση για αποζημίωση συγγενών θύματος από την τραγωδία των Τεμπών έχει βαρύνουσα σημασία, γιατί μετατρέπει το δημόσιο αίσθημα περί κρατικής ευθύνης σε συγκεκριμένη νομική διάγνωση. Το Δικαστήριο έκρινε ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν εξαντλεί τον ρόλο του σε μια τυπική εποπτεία “στα χαρτιά”, αλλά φέρει τελικό εγγυητικό καθήκον όταν διακυβεύονται η ζωή και η σωματική ακεραιότητα των πολιτών.
Για τον νομικό κόσμο, η απόφαση δείχνει τον δρόμο. Για τις οικογένειες των θυμάτων, δείχνει ότι η αποζημιωτική διεκδίκηση δεν είναι απλώς συμβολική. Και για την έννομη τάξη, υπενθυμίζει κάτι ουσιώδες: όταν η ασφάλεια ενός δημόσιου αγαθού καταρρέει επί μακρόν, η παράλειψη δεν είναι διοικητική ατέλεια. Μπορεί να γίνει πηγή ευθύνης.
ΤΟ ΚΡΙΣΙΜΟ ΕΡΩΤΗΜΑ
Θα ασκηθούν ένδικα μέσα από το ελληνικό δημόσιο;
Έκρινε ότι θεμελιώνεται ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου για ψυχική οδύνη συγγενών θύματος, λόγω πλημμελούς εποπτείας και μη έγκαιρης παρέμβασης σε κρίσιμα ζητήματα σιδηροδρομικής ασφάλειας.
Η αποζημίωση στηρίχθηκε στα άρθρα 105 και 106 ΕισΝΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 932 ΑΚ για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.
Κατά κανόνα οι εγγύτεροι συγγενείς, όπως γονείς, τέκνα, σύζυγοι, αδέλφια και, κατά περίπτωση, άλλα πρόσωπα εφόσον αποδειχθεί ιδιαίτερα στενή σχέση ζωής και φροντίδας.
Όχι στο συγκεκριμένο σκέλος. Η αγωγή κατά του ΟΣΕ κρίθηκε απαράδεκτη από τη διοικητική δικαιοσύνη, επειδή το δικαστήριο έκρινε ότι η σχετική διαφορά υπάγεται στα πολιτικά δικαστήρια.
Όχι, επειδή το αίτημα είχε μετατραπεί σε αναγνωριστικό και η ειδική ρύθμιση του ν. 5039/2023 αφορά αποφάσεις πολιτικών δικαστηρίων.
Διαβάστε ολόκληρη την απόφαση εδώ.

Μπορείτε να κανονίσετε ΑΜΕΣΑ και ΑΥΘΗΜΕΡΟΝ ψηφιακό ραντεβού online (Skype, Zoom, Meet, Viber, What’s up) με τον δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεσή σας. Εφόσον κριθεί απαραίτητο, το ραντεβού θα ολοκληρωθεί στα γραφεία μας, χωρίς επιπλέον κόστος για εσάς.
Siamakis & Partners © All Rights Reserved.
Κανένα προϊόν στο καλάθι σας.