Στις 22 Μαΐου 2026 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ο ν. 5303/2026 «Αναμόρφωση του κληρονομικού δικαίου και άλλες διατάξεις». Από τη 16η Σεπτεμβρίου 2026 — ημερομηνία έναρξης εφαρμογής για κληρονομίες προσώπων που αποβιώνουν από τότε και εφεξής — ο νέος νόμος αντικαθιστά το 5ο Βιβλίο του Αστικού Κώδικα στο σύνολό του, εισάγοντας ριζικές αλλαγές σε ορισμένα από τα πιο πρακτικά ζητήματα που αντιμετωπίζουν κληρονόμοι, μεριδούχοι και δανειστές κληρονομίας.
Κατά τον παλαιό ΑΚ, ο κληρονόμος που αποδεχόταν απλώς την κληρονομία — χωρίς να κάνει ρητή δήλωση αποδοχής με το «ευεργέτημα της απογραφής» — ευθυνόταν αυτομάτως για όλα τα χρέη της κληρονομίας και με την προσωπική του περιουσία, χωρίς κανένα όριο. Η υπαγωγή στο ευεργέτημα της απογραφής ήταν δικαίωμα που έπρεπε να ασκηθεί ενεργά και εμπρόθεσμα. Η παθητικότητα — η συνηθέστερη συμπεριφορά των κληρονόμων — λειτουργούσε εναντίον τους: μόλις έληγε η τετράμηνη προθεσμία αποποίησης χωρίς δήλωση αποποίησης ή αποδοχής με απογραφή, ο κληρονόμος καθίστατο απλός κληρονόμος με ανεπίστρεπτη εκτεθειμένη ατομική περιουσία.
Ο νέος νόμος αντιστρέφει πλήρως τη λογική. Ο κληρονόμος δεν ευθύνεται πλέον με την ατομική του περιουσία για τις υποχρεώσεις της κληρονομίας, εκτός αν ο ίδιος επιλέξει να δηλώσει στη γραμματεία του δικαστηρίου ότι θα τη διαχειρίζεται και θα τη διαθέτει ελεύθερα (άρθρο 1892 ΑΚ). Ο διαχωρισμός κληρονομιαίας και ατομικής περιουσίας δεν είναι πλέον ένα προνόμιο που αποκτάται με ενεργητική κίνηση — είναι ο κανόνας.
Η ευθύνη με ατομική περιουσία επιστρέφει ωστόσο, όταν:
Ο παλαιός κανόνας είχε ένα σοβαρό πρακτικό ελάττωμα: ο κληρονόμος που δεν γνώριζε την ύπαρξη χρεών, ή που ήταν νομικά αδαής, μπορούσε να βρεθεί προσωπικά εκτεθειμένος απλώς επειδή δεν έκανε εγκαίρως μια τυπική δήλωση. Ο νέος νόμος αναστρέφει αυτή τη δυναμική: το βάρος έχει μετατεθεί — πλέον ο κληρονόμος πρέπει να επιλέξει να εκτεθεί, όχι να επιλέξει να προστατευτεί.
Η δικαστική εκκαθάριση κληρονομίας υπήρχε και πριν, αλλά ήταν ουσιαστικά συνδεδεμένη με το ευεργέτημα απογραφής και ελάχιστα χρησιμοποιούμενη. Εκκαθαριστής μπορούσε να οριστεί ο ίδιος ο κληρονόμος. Η διαδικασία ήταν ασαφής και χωρίς αυστηρό χρονοδιάγραμμα.
Η δικαστική εκκαθάριση αποτελεί πλέον αυτοτελή θεσμό (άρθρα 1892–1903 ΑΚ) και αιτηθεί από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον — δηλαδή από κληρονόμο, από δανειστή της κληρονομίας, ακόμα και από δανειστή του κληρονόμου. Το δικαστήριο μπορεί να απορρίψει την αίτηση αν ο κληρονόμος παρέχει επαρκή ασφάλεια υπέρ του αιτούντος δανειστή.
Από τη δημοσίευση της απόφασης που διατάσσει την εκκαθάριση, κληρονομιαία και ατομική περιουσία του κληρονόμου αποχωρίζονται αυτοδικαίως. Απαγορεύεται ρητά — πλέον στον νόμο — η εγγραφή υποθήκης ή προσημείωσης μετά τον θάνατο του κληρονομουμένου υπέρ του κληρονόμου ή των δανειστών του.
Ο εκκαθαριστής δεν μπορεί να είναι ο ίδιος ο κληρονόμος. Ορίζεται δικηγόρος από ειδικό κατάλογο του δικαστηρίου της κληρονομίας. Ο εκκαθαριστής παραλαμβάνει τα αντικείμενα της κληρονομίας, τα καταγράφει, απευθύνει πρόσκληση στους δανειστές να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους εντός έξι μηνών, και εντός τεσσάρων μηνών από τη λήξη της προθεσμίας αναγγελίας συντάσσει έκθεση απογραφής. Αν το προϊόν της εκκαθάρισης δεν επαρκεί, συντάσσει πίνακα κατάταξης, τον οποίο κοινοποιεί και κατά του οποίου χωρεί ανακοπή εντός δέκα εργάσιμων ημερών.
Δανειστές που δεν αναγγέλθηκαν εμπρόθεσμα ικανοποιούνται μόνο στις περιπτώσεις που ο κληρονόμος ευθύνεται και με ατομική περιουσία — δηλαδή στις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 1895.
Κατά τον παλαιό ΑΚ, ο μεριδούχος (τέκνο, γονέας, σύζυγος) είχε δικαίωμα νόμιμης μοίρας ίσο με το μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας του και συμμετείχε ως κληρονόμος κατ’ αυτό το ποσοστό. Αυτό σήμαινε ότι ο μεριδούχος εισερχόταν στη σχέση κληρονομίας με όλα τα βάρη και τις συνέπειες της κληρονομικής ιδιότητας.
Η νόμιμη μοίρα μετατρέπεται σε χρηματική αξίωση κατά του κληρονόμου (άρθρο 1820 ΑΚ). Ο μεριδούχος δεν είναι πλέον αναγκαστικά κληρονόμος· έχει απαίτηση ίση με το μισό της αξίας της εξ αδιαθέτου μερίδας του. Η αξίωση γεννάται με τον θάνατο, είναι κληρονομητή και μεταβιβαστή, και ο μεριδούχος μπορεί να παραιτηθεί από αυτήν με μονομερή δήλωσή του.
Παράλληλα, το δικαστήριο αποκτά διακριτική ευχέρεια: μπορεί, αντί χρηματικής καταβολής, να διατάξει αυτούσια απόδοση ποσοστού ή συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου που αντιστοιχεί στη νόμιμη μοίρα — και τούτο ακόμα και από την ατομική περιουσία του κληρονόμου, αν αυτός ευθύνεται με αυτήν.
Αν ο μεριδούχος είναι συγχρόνως και κληρονόμος και η μερίδα του βαρύνεται με καταπίστευμα, εκτελεστή διαθήκης, κληροδοσία ή τρόπο, μπορεί να αποποιηθεί την κληρονομία και να ζητήσει τη νόμιμη μοίρα ως καθαρή χρηματική αξίωση. Η προθεσμία αποποίησης αρχίζει από τη γνώση του βάρους.
Σημαντική είναι και η αλλαγή στον χρονικό ορίζοντα αναγωγής δωρεών: ενώ παλαιότερα λαμβάνονταν υπόψη οι δωρεές των τελευταίων δέκα ετών πριν τον θάνατο, ο νέος νόμος περιορίζει τον υπολογισμό στα τελευταία πέντε έτη. Ωστόσο, πλέον στη βάση υπολογισμού συμπεριλαμβάνονται ρητά και οι γονικές παροχές, οι οποίες προηγουμένως δεν αναφέρονταν ρητά, παρά μόνο στο ύψος που υπερέβαινε το ιδιαίτερο ηθικό καθήκον.
Αντί της «μέμψης άστοργης δωρεάς» με αναγκαστική ανατροπή της δωρεάς, ο μεριδούχος αποκτά αξίωση κατά του λήπτη για καταβολή του ελλείμματος — ο λήπτης δεν χάνει αναγκαστικά αυτό που έλαβε, αλλά υποχρεούται να αποδώσει ό,τι χρειάζεται για να καλυφθεί η νόμιμη μοίρα, με ευθύνη που δεν υπερβαίνει την αξία του αντικειμένου που έλαβε. Η αξίωση παραγράφεται σε τρία χρόνια από τον θάνατο.
Η «αποκλήρωση» (παλαιά άρθρα 1839 επ. ΑΚ) ήταν ένας μηχανισμός εξαίρεσης του μεριδούχου από τη νόμιμη μοίρα, με αυστηρά απαριθμημένους λόγους ανά κατηγορία (κατιόντες, ανιόντες, σύζυγος).
Η αποκλήρωση ονομάζεται πλέον «στέρηση της νόμιμης μοίρας» (άρθρα 1832–1837 ΑΚ), αντικατοπτρίζοντας και ορολογικά ότι δεν στερεί κληρονομική ιδιότητα αλλά χρηματική αξίωση. Οι λόγοι ενοποιούνται και εκσυγχρονίζονται:
Οι βασικοί λόγοι ισχύουν για όλους τους μεριδούχους ανεξαιρέτως: επιβουλή ζωής, διάπραξη κακουργήματος ή σοβαρού πλημμελήματος κατά του διαθέτη ή μελών της οικογένειάς του (ρητή μνεία πλέον της ενδοοικογενειακής βίας), ή αχαριστία με βαρύ παράπτωμα — συμπεριλαμβανομένης ρητά της κακόβουλης αποφυγής υποχρέωσης διατροφής. Για τον σύζυγο, επιπλέον λόγος στέρησης είναι η ύπαρξη βάσιμου λόγου διαζυγίου κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης — με τη νέα ρύθμιση να απαιτεί αυτός ο λόγος να υφίσταται ακόμη κατά τον θάνατο.
Οι κατηγορίες πλέον δεν διαχωρίζονται: τα ίδια παραπτώματα έναντι του διαθέτη ή της οικογένειάς του αρκούν για στέρηση είτε αφορούν κατιόντα, γονέα ή σύζυγο.
Στο παλαιό δίκαιο, κληρονομικές συμβάσεις ήταν κατ’ αρχήν άκυρες. Η μόνη επιτρεπτή μορφή τελευταίας βούλησης ήταν η μονομερής διαθήκη, η οποία μπορούσε να ανακληθεί οποτεδήποτε. Η απαγόρευση αυτή δημιουργούσε κενό σε περιπτώσεις όπου δύο μέρη ήθελαν να δεσμευτούν αμοιβαία — π.χ. ένα ζευγάρι που ήθελε να διευθετήσει την κληρονομική τους σχέση με δεσμευτικό τρόπο.
Τα άρθρα 1798–1807 ΑΚ εισάγουν την κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου ως νόμιμο θεσμό. Μέσω αυτής, ένα πρόσωπο μπορεί συμβατικά να εγκαταστήσει κληρονόμο, να συστήσει καταπίστευμα, κληροδοσία ή τρόπο, ή να επιλέξει το εφαρμοστέο δίκαιο στην κληρονομική του διαδοχή. Τα μέρη μπορεί να είναι δύο, και στην ίδια σύμβαση μπορούν να διαθέτουν και οι δύο.
Η σύμβαση καταρτίζεται με αυτοπρόσωπη παρουσία ενώπιον συμβολαιογράφου. Οι δεσμευτικές διατάξεις της δεν ανακαλούνται μονομερώς — η ανάκληση απαιτεί νέα σύμβαση μεταξύ των ίδιων μερών. Εξαίρεση: ο κληρονομούμενος μπορεί να ανακαλέσει μονομερώς αν ο τιμώμενος υποπέσει σε παράπτωμα που θα δικαιολογούσε στέρηση της νόμιμης μοίρας.
Η κληρονομική σύμβαση δεν περιορίζει την ελευθερία εν ζωή διάθεσης — ο κληρονομούμενος μπορεί κατ’ αρχήν να διαθέτει την περιουσία του όσο ζει. Αν όμως η εν ζωή διάθεση γίνεται από χαριστική αιτία προς βλάβη του τιμωμένου, αυτός αποκτά δικαίωμα να ζητήσει την ανατροπή της χαριστικής δικαιοπραξίας μετά την επαγωγή, εντός δύο ετών από τη δημοσίευση της σύμβασης και πάντως εντός πέντε ετών από τη διάθεση.
Αν η σύμβαση περιλαμβάνει αντάλλαγμα εν ζωή (π.χ. ο ένας αναλαμβάνει να φροντίζει τον άλλο και σε αντάλλαγμα κληρονομεί), παρέχεται δικαίωμα υπαναχώρησης και στα δύο μέρη, υπό προϋποθέσεις.
Ένας ακόμη εντελώς νέος θεσμός (άρθρα 1838–1843 ΑΚ) επιτρέπει σε ένα πρόσωπο να παραιτηθεί πριν ανοίξει η κληρονομία από τα μελλοντικά του κληρονομικά δικαιώματα έναντι του αντισυμβαλλομένου του — ολικά ή μερικά, με ή χωρίς αντάλλαγμα, και ακόμα και αποκλειστικά από τη νόμιμη μοίρα.
Η σύμβαση καταρτίζεται ενώπιον συμβολαιογράφου, με αυτοπρόσωπη παρουσία και χωρίς αίρεση ή προθεσμία. Εάν το αντάλλαγμα δεν καταβληθεί εντός έξι μηνών, η σύμβαση δεν αναπτύσσει αποτελέσματα. Τα αποτελέσματα της παραίτησης εκτείνονται, σε περίπτωση αμφιβολίας, και στους κατιόντες του παραιτηθέντος.
Πρόκειται για εργαλείο που απαντά σε παγιωμένη πρακτική ανάγκη: γονείς που μεταβιβάζουν εν ζωή ακίνητα με γονικές παροχές, ή επιχειρηματίες που θέλουν να διευθετήσουν εκ των προτέρων ποιος συνεχίζει την επιχείρηση, είχαν ανέκαθεν ανάγκη ενός νόμιμου πλαισίου για την έκφραση αυτής της βούλησης με δεσμευτικό τρόπο. Ο νέος νόμος το παρέχει.
Ο νέος νόμος επαναδιαπραγματεύεται τη θέση του επιζώντος συζύγου στην κληρονομική διαδοχή, συνδυάζοντας μείωση σε ορισμένες περιπτώσεις εξ αδιαθέτου μερίδας με νέα δικαιώματα προστασίας.
Στην πρώτη τάξη (με κατιόντες), ο σύζυγος λαμβάνει πλέον το 1/3 αν συντρέχει με ένα τέκνο, και το 1/4 αν συντρέχει με δύο ή περισσότερα τέκνα — αντί του παλαιού σταθερού 1/4 σε κάθε περίπτωση. Με τους συγγενείς δεύτερης τάξης εξακολουθεί να λαμβάνει το 1/2.
Ωστόσο, αποκτά δύο νέα δικαιώματα:
Ο αποκλεισμός του συζύγου από την κληρονομία επεκτείνεται: δεν κληρονομεί εφόσον εκκρεμεί οποιαδήποτε διαδικασία λύσης του γάμου — όχι μόνο αγωγή διαζυγίου, αλλά και συναινετικό διαζύγιο για το οποίο έχει καταρτισθεί η συμφωνία ή υποβληθεί κοινή ψηφιακή δήλωση.
Για πρώτη φορά στο ελληνικό κληρονομικό δίκαιο, ο νόμος αναγνωρίζει περιορισμένα δικαιώματα στον σύντροφο σε ελεύθερη ένωση (άρθρο 1817 ΑΚ). Υπό προϋποθέσεις — τριετής μόνιμη συμβίωση ή ύπαρξη κοινών τέκνων — ο σύντροφος αποκτά:
Η βεβαίωση δεν είναι αυτόματη — απαιτεί αίτηση στο δικαστήριο της κληρονομίας εντός των προθεσμιών αποποίησης, και στη διαδικασία καλείται υποχρεωτικά το Δημόσιο.
Τα άρθρα 1749–1762 του παλαιού ΑΚ ρύθμιζαν ξεχωριστά και με εκτενή διατύπωση διαθήκες σε πλοίο, σε εκστρατεία, σε τόπο αποκλεισμού — με διαφορετικές διατυπώσεις για κάθε κατηγορία. Ο νέος νόμος τα καταργεί όλα και εισάγει ένα ενιαίο άρθρο: ο κληρονόμος που βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο θανάτου λόγω οποιωνδήποτε έκτακτων περιστάσεων μπορεί να συντάξει προφορική διαθήκη ενώπιον τριών μαρτύρων, με καταγραφή και υπογραφή από έναν εξ αυτών. Η διαθήκη αυτή παύει να ισχύει τρεις μήνες μετά την παρέλευση των έκτακτων περιστάσεων, εφόσον ο διαθέτης εξακολουθεί να ζει.
Η δικαστική εκκαθάριση αποτελεί πλέον τον κεντρικό μηχανισμό για την τακτοποίηση κληρονομιών με χρέη. Ο εκκαθαριστής — πλέον ανεξάρτητος δικηγόρος από ειδικό κατάλογο — δεν είναι απλός παρατηρητής. Εισπράττει απαιτήσεις, εκποιεί αντικείμενα (για τα ακίνητα και τις επιχειρήσεις απαιτείται δικαστική άδεια), καταρτίζει πίνακα κατάταξης, και αποδίδει το υπόλοιπο στους κληρονόμους μετά την ικανοποίηση των δανειστών. Το ακίνητο που λειτουργεί ως οικογενειακή στέγη, καθώς και η επιχείρηση, εκποιούνται ύστατα — μόνο αν τα λοιπά αντικείμενα δεν επαρκούν.
Η αμοιβή του εκκαθαριστή βαρύνει κατ’ αρχήν την κληρονομία. Αν η κληρονομία δεν επαρκεί, οι κληρονόμοι ευθύνονται με την ατομική τους περιουσία για την καταβολή της αμοιβής και των δαπανών — μια σαφής αποτρεπτική λογική.
Ο ν. 5303/2026 δεν είναι απλή αναδιατύπωση. Εισάγει δύο θεσμούς που ήταν απαγορευμένοι (κληρονομική σύμβαση, σύμβαση παραίτησης), αντιστρέφει τον κανόνα ευθύνης του κληρονόμου, μετατρέπει τη νόμιμη μοίρα από κληρονομική ιδιότητα σε χρηματική αξίωση, και ενοποιεί το σκορπισμένο πλαίσιο της «αποκλήρωσης» σε ένα λειτουργικό σύστημα στέρησης νόμιμης μοίρας.
Για τον πρακτικό δικηγόρο, το βασικό ερώτημα σε κάθε υπόθεση μετά τη 16η Σεπτεμβρίου 2026 θα είναι: ο θάνατος επήλθε πριν ή μετά; Για τους θανάτους πριν, εξακολουθεί να εφαρμόζεται το παλαιό δίκαιο στις κεντρικές ρυθμίσεις (ευθύνη κληρονόμου, νόμιμη μοίρα, εξ αδιαθέτου διαδοχή), με εξαιρέσεις μόνο εκεί που ο μεταβατικός νόμος ορίζει διαφορετικά — όπως για τη διανομή και τον εκτελεστή.
Για τον απλό πολίτη, το μήνυμα είναι σαφές: αποδοχή κληρονομίας δεν σημαίνει πλέον αυτόματη ανάληψη όλων των χρεών με την ατομική σας περιουσία. Αλλά αυτό δεν σημαίνει και αδράνεια — οι νέες διατάξεις περιέχουν αρκετούς κρίσιμους χρονικούς περιορισμούς και αξιώσεις που αν δεν ασκηθούν εμπρόθεσμα, χάνονται
Το νέο πλαίσιο φέρνει σημαντικές αλλαγές στη νόμιμη μοίρα, στην ευθύνη κληρονόμων για χρέη, στις κληρονομικές συμβάσεις, στη δικαστική εκκαθάριση κληρονομίας και στην αποποίηση. Στόχος είναι η μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου και η ταχύτερη διαχείριση των κληρονομικών διαφορών.
Το νέο καθεστώς περιορίζει σημαντικά τον κίνδυνο προσωπικής ευθύνης του κληρονόμου. Εισάγονται ασφαλιστικές δικλείδες και δυνατότητες δικαστικής εκκαθάρισης ώστε να προστατεύεται η ατομική περιουσία.
Πρόκειται για ειδική διαδικασία μέσω της οποίας διαχωρίζεται η κληρονομιαία περιουσία από την προσωπική περιουσία του κληρονόμου, με σκοπό την εξόφληση χρεών και την προστασία όλων των εμπλεκομένων.
Η νόμιμη μοίρα αποκτά πλέον περισσότερο χρηματικό χαρακτήρα και δεν συνδέεται αποκλειστικά με συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία. Αυτό επηρεάζει άμεσα διαθήκες, γονικές παροχές και αποκληρώσεις.
Η αποκλήρωση εξακολουθεί να επιτρέπεται μόνο υπό αυστηρές προϋποθέσεις. Το νέο δίκαιο ενισχύει την προστασία της νόμιμης μοίρας και περιορίζει καταχρηστικές πρακτικές.
Η αποποίηση παραμένει κρίσιμη επιλογή όταν υπάρχουν χρέη ή νομικές εκκρεμότητες. Το νέο πλαίσιο επιχειρεί να καταστήσει τη διαδικασία πιο σαφή και λειτουργική για τους κληρονόμους.
Ναι. Το νέο δίκαιο επεκτείνει σημαντικά τις δυνατότητες σύναψης κληρονομικών συμβάσεων ακόμη και με αιτία θανάτου, γεγονός που αλλάζει τον τρόπο οικογενειακού και περιουσιακού σχεδιασμού.
Πρέπει να ελεγχθούν:
Η νομική αξιολόγηση πριν την αποδοχή είναι πλέον πιο σημαντική από ποτέ.
Το νέο πλαίσιο ενισχύει τη θέση του επιζώντος συζύγου σε αρκετές περιπτώσεις, ιδιαίτερα σε σχέση με τη χρήση οικογενειακής κατοικίας και τη συμμετοχή στην κληρονομία.
Η συνδρομή δικηγόρου είναι κρίσιμη:
Κάθε υπόθεση έχει ιδιαιτερότητες που χρήζουν προσοχής. Κλείστε online ραντεβού και λάβετε καθοδήγηση προσαρμοσμένη στη δική σας περίπτωση.
Μπορείτε να κανονίσετε ΑΜΕΣΑ και ΑΥΘΗΜΕΡΟΝ ψηφιακό ραντεβού online (Skype, Zoom, Meet, Viber, What’s up) με τον δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεσή σας. Εφόσον κριθεί απαραίτητο, το ραντεβού θα ολοκληρωθεί στα γραφεία μας, χωρίς επιπλέον κόστος για εσάς.
Siamakis & Partners © All Rights Reserved.
Κανένα προϊόν στο καλάθι σας.