Η απόφαση ΑΠ 990/2025 του Αρείου Πάγου αποτελεί σημαντική νομολογιακή υπενθύμιση ότι η αποκλήρωση δεν είναι απλή δήλωση δυσαρέσκειας του διαθέτη, αλλά σοβαρή διάταξη τελευταίας βούλησης με αυστηρές νόμιμες προϋποθέσεις. Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι η αποκλήρωση συζύγου και τέκνων μπορεί να σταθεί όταν στη διαθήκη αναφέρονται συγκεκριμένοι νόμιμοι λόγοι, όταν οι λόγοι αυτοί αποδεικνύονται αληθείς και όταν δεν προκύπτει ότι ο διαθέτης ενήργησε υπό πλάνη, απάτη, απειλή ή διανοητική διαταραχή. Η απόφαση ξεκαθαρίζει επίσης τη διάκριση ανάμεσα στην άκυρη αποκλήρωση, τη νόμιμη μοίρα και την κληρονομική αναξιότητα.
Η υπόθεση αφορούσε οικογενειακή κληρονομική διαφορά μετά τον θάνατο διαθέτη, ο οποίος είχε συντάξει δύο δημόσιες διαθήκες. Με την πρώτη είχε ρυθμίσει την περιουσία του υπέρ της οικογένειάς του. Με μεταγενέστερη διαθήκη, όμως, ανακάλεσε την προηγούμενη, εγκατέστησε ως αποκλειστική κληρονόμο ένα από τα τέκνα του και απέκλεισε τη σύζυγο και δύο άλλα τέκνα του, επικαλούμενος συγκεκριμένες συμπεριφορές τους κατά το τελευταίο διάστημα της ζωής του.
Οι αποκληρωθείσες προσέφυγαν στα δικαστήρια ζητώντας να αναγνωριστεί η ακυρότητα των διαθηκών, υποστηρίζοντας ότι ο διαθέτης είχε πλανηθεί, ότι είχε επηρεαστεί από την εγκατεστημένη κληρονόμο και ότι οι λόγοι αποκλήρωσης δεν ήταν αληθείς. Επικουρικά ζήτησαν να αναγνωριστούν ως νόμιμες μεριδούχοι. Τα δικαστήρια της ουσίας απέρριψαν την αγωγή και ο Άρειος Πάγος επικύρωσε την κρίση αυτή.
Το κρίσιμο ερώτημα ήταν αν η αποκλήρωση συζύγου και τέκνων ήταν έγκυρη ή αν έπρεπε να θεωρηθεί άκυρη λόγω αναλήθειας των λόγων, πλάνης του διαθέτη ή κληρονομικής αναξιότητας της εγκατεστημένης κληρονόμου.
Η απόφαση εστίασε σε τέσσερα σημεία:
Πρώτον, αν οι λόγοι που αναφέρονταν στη διαθήκη μπορούσαν να υπαχθούν στους νόμιμους λόγους αποκλήρωσης.
Δεύτερον, αν οι λόγοι αυτοί ήταν αληθινοί.
Τρίτον, αν ο διαθέτης είχε πλήρη συνείδηση και ελεύθερη βούληση όταν συνέταξε τη διαθήκη.
Τέταρτον, αν η εγκατεστημένη κληρονόμος είχε παρακινήσει παράνομα ή με απάτη τον διαθέτη να αλλάξει τη διαθήκη του.
Κατά τα άρθρα 1713 και 1839 ΑΚ, ο διαθέτης μπορεί με διαθήκη να αποκλείσει συγγενή του από την εξ αδιαθέτου διαδοχή. Όταν όμως πρόκειται για αναγκαίο κληρονόμο, όπως τέκνο ή σύζυγο, η στέρηση της νόμιμης μοίρας επιτρέπεται μόνο για τους περιοριστικά προβλεπόμενους λόγους του νόμου.
Για τα τέκνα, κρίσιμο είναι το άρθρο 1840 ΑΚ, το οποίο επιτρέπει την αποκλήρωση, μεταξύ άλλων, όταν ο κατιών έγινε ένοχος κακουργήματος ή σοβαρού πλημμελήματος με πρόθεση κατά του διαθέτη ή του συζύγου του. Για τον σύζυγο, εφαρμόζεται το άρθρο 1842 ΑΚ: ο διαθέτης μπορεί να τον αποκληρώσει αν, κατά τον χρόνο του θανάτου, είχε δικαίωμα να ασκήσει αγωγή διαζυγίου για βάσιμο λόγο που ανάγεται σε υπαιτιότητα του συζύγου.
Κατά το άρθρο 1843 ΑΚ, ο λόγος αποκλήρωσης πρέπει να υπάρχει κατά τη σύνταξη της διαθήκης και να αναφέρεται σε αυτή. Εκείνος που επικαλείται την αποκλήρωση έχει και το βάρος απόδειξης του λόγου της.
Παράλληλα, τα άρθρα 1783, 1784, 140 και 141 ΑΚ επιτρέπουν την ακύρωση διάταξης διαθήκης όταν ο διαθέτης ενήργησε από πλάνη στα παραγωγικά αίτια της βούλησής του. Δηλαδή, αν πίστεψε ως αληθινά περιστατικά που δεν ίσχυαν και χωρίς αυτά δεν θα είχε προβεί στη συγκεκριμένη διάταξη.
Τέλος, τα άρθρα 1860 επ. ΑΚ ρυθμίζουν την κληρονομική αναξιότητα. Αν κάποιος με απάτη, απειλή ή παράνομη συμπεριφορά παρακίνησε τον διαθέτη να συντάξει ή να μεταβάλει διαθήκη, μπορεί να κηρυχθεί ανάξιος να κληρονομήσει.
Στην υπόθεση αυτή, το Δικαστήριο εξέτασε πρώτα αν στη διαθήκη υπήρχαν συγκεκριμένοι λόγοι αποκλήρωσης. Διαπίστωσε ότι ο διαθέτης δεν περιορίστηκε σε γενικές εκφράσεις δυσαρέσκειας, αλλά περιέγραψε συμπεριφορές που, κατά την κρίση του, συνδέονταν με εγκατάλειψη, οικονομική εκμετάλλευση και αδιαφορία κατά την ασθένειά του.
Στη συνέχεια, ως προς τη σύζυγο, το Δικαστήριο συνέδεσε τα περιστατικά με το άρθρο 1842 ΑΚ και δέχθηκε ότι, κατά τον χρόνο του θανάτου, υπήρχε βάσιμος λόγος διαζυγίου αναγόμενος σε υπαιτιότητά της. Ως προς τα τέκνα, εξέτασε αν οι συμπεριφορές τους μπορούσαν να συγκροτήσουν σοβαρά πλημμελήματα με πρόθεση κατά του διαθέτη, κατά την έννοια του άρθρου 1840 ΑΚ.
Κατόπιν, ερεύνησε αν ο διαθέτης είχε ικανότητα σύνταξης διαθήκης και αν η βούλησή του ήταν ελεύθερη. Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στο ότι, πριν τη σύνταξη της διαθήκης, υπήρχε ιατρική βεβαίωση περί διαύγειας, προσανατολισμού και ικανότητας σύνταξης νομικών εγγράφων.
Τέλος, ο Άρειος Πάγος εξέτασε τον ισχυρισμό περί κληρονομικής αναξιότητας της εγκατεστημένης κληρονόμου και έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε παραπλάνηση, απάτη, απειλή ή παράνομη παρέμβασή της στη βούληση του διαθέτη.
Ο Άρειος Πάγος δεν επανεκτίμησε από την αρχή τα πραγματικά περιστατικά, αλλά έλεγξε αν το Εφετείο εφάρμοσε σωστά τον νόμο και αν η απόφασή του είχε επαρκή αιτιολογία. Έκρινε ότι το Εφετείο είχε εκθέσει με σαφήνεια τους λόγους για τους οποίους δέχθηκε ότι η διαθήκη ήταν έγκυρη, ότι οι λόγοι αποκλήρωσης ήταν υπαρκτοί και αληθείς και ότι δεν αποδείχθηκε πλάνη του διαθέτη ή αναξιότητα της εγκατεστημένης κληρονόμου.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε, διότι οι λόγοι που προβλήθηκαν είτε αφορούσαν ουσιαστική εκτίμηση αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά, είτε δεν ανέτρεπαν τη νομική επάρκεια της εφετειακής απόφασης.
Η ΑΠ 990/2025 δείχνει ότι η αποκλήρωση είναι μεν δυνατή, αλλά απαιτεί προσοχή. Δεν αρκεί ο διαθέτης να γράψει ότι «αποκληρώνει» κάποιον. Πρέπει να υπάρχει νόμιμος λόγος, να αναφέρεται στη διαθήκη και να μπορεί να αποδειχθεί.
Από την άλλη πλευρά, όποιος αποκληρώνεται δεν χάνει αυτομάτως κάθε δικαίωμα. Μπορεί να προσβάλει τη διάταξη αποκλήρωσης, να ζητήσει τη νόμιμη μοίρα του ή να επικαλεστεί πλάνη, απάτη ή αναξιότητα. Όμως το δικαστήριο θα εξετάσει αυστηρά τα αποδεικτικά στοιχεία.
Ναι, αλλά μόνο για τους λόγους που προβλέπει περιοριστικά ο νόμος. Δεν αρκεί απλή οικογενειακή ρήξη ή προσωπική δυσαρέσκεια.
Όχι απαραίτητα. Συνήθως λαμβάνει τη νόμιμη μοίρα του, δηλαδή το μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας.
Ναι, αν κατά τον χρόνο του θανάτου ο διαθέτης είχε δικαίωμα να ασκήσει αγωγή διαζυγίου για βάσιμο λόγο που ανάγεται σε υπαιτιότητα του συζύγου.
Σημαίνει ότι ο διαθέτης βασίστηκε σε εσφαλμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία επηρέασαν ουσιωδώς τη βούλησή του.
Όταν, μεταξύ άλλων, με απάτη, απειλή ή παράνομη ενέργεια επηρέασε τον διαθέτη να συντάξει ή να αλλάξει διαθήκη.
Κάθε υπόθεση έχει ιδιαιτερότητες που χρήζουν προσοχής. Κλείστε online ραντεβού και λάβετε καθοδήγηση προσαρμοσμένη στη δική σας περίπτωση.
Μπορείτε να κανονίσετε ΑΜΕΣΑ και ΑΥΘΗΜΕΡΟΝ ψηφιακό ραντεβού online (Skype, Zoom, Meet, Viber, What’s up) με τον δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεσή σας. Εφόσον κριθεί απαραίτητο, το ραντεβού θα ολοκληρωθεί στα γραφεία μας, χωρίς επιπλέον κόστος για εσάς.
Siamakis & Partners © All Rights Reserved.
Κανένα προϊόν στο καλάθι σας.