Η υπόθεση που απασχόλησε τον Άρειος Πάγος αφορούσε καταδίκη κατηγορουμένου για γενετήσιες πράξεις με ανήλικο. Στο πλαίσιο της δίκης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προχώρησε – μεταξύ άλλων – στην ανάγνωση πρακτικών και απόφασης ΜΟΔ προηγούμενης ποινικής απόφασης που δεν είχε καταστεί αμετάκλητη.
Ο κατηγορούμενος προέβαλε ότι η ανάγνωση αυτή παραβίασε τα υπερασπιστικά του δικαιώματα και συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας.
Το κρίσιμο νομικό ερώτημα ήταν:
👉 Επιτρέπεται η ανάγνωση μη αμετάκλητης απόφασης στο ακροατήριο και, αν ναι, δημιουργεί ακυρότητα;
Η απόφαση εστιάζει στην ερμηνεία του άρθρου 362 ΚΠΔ και στη σχέση του με:
Το βασικό δίλημμα:
👉 Η ανάγνωση μη αμετάκλητης απόφασης = παράνομη αποδεικτική χρήση ή επιτρεπτό στοιχείο;
Το άρθρο προβλέπει ότι αναγιγνώσκονται αμετάκλητες αποφάσεις, εφόσον το δικαστήριο το κρίνει χρήσιμο.
➡️ Δεν προβλέπει όμως ρητή ακυρότητα αν αναγνωσθεί μη αμετάκλητη.
Το ποινικό δίκαιο ακολουθεί την αρχή:
👉 Ελεύθερη εκτίμηση αποδείξεων – επιτρέπεται κάθε αποδεικτικό μέσο
Εκτός αν:
Υπάρχει μόνο όταν:
Κατά τη συλλογιστική της απόφασης ΑΠ 887/2020, η ανάγνωση μη αμετάκλητης δικαστικής απόφασης δεν θεμελιώνει αυτοτελώς λόγο ακυρότητας, εφόσον το άρθρο 362 παρ. 2 ΚΠΔ, το οποίο ρυθμίζει την ανάγνωση αποφάσεων άλλων δικών, δεν προβλέπει ρητώς κύρωση ακυρότητας για την παραβίασή του.
Περαιτέρω, σε συνδυασμό με τα άρθρα 177, 178 και 179 ΚΠΔ, το δικαστήριο δύναται να αξιοποιεί κάθε αποδεικτικό μέσο, ακόμη και προερχόμενο από άλλη δίκη χωρίς αμετάκλητη κρίση, υπό την προϋπόθεση ότι δεν προσβάλλεται το δικαίωμα υπεράσπισης.
Η δε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ’ ΚΠΔ, στοιχειοθετείται μόνο εφόσον παραβιάζονται ουσιώδη δικονομικά δικαιώματα, ιδίως όταν ο κατηγορούμενος στερείται της δυνατότητας να ασκήσει τα υπερασπιστικά του δικαιώματα ή όταν το δικαστήριο αρνείται ή παραλείπει να αποφανθεί επί αιτήματός του (άρθρο 171 παρ. 2 ΚΠΔ).
Αντιθέτως, όπως επισημαίνεται, ακυρότητα δύναται να επέλθει όχι από την ανάγνωση μη αμετάκλητης απόφασης, αλλά από την αδικαιολόγητη άρνηση ανάγνωσης εγγράφου που προτείνει ο κατηγορούμενος, καθόσον τότε θίγεται το δικαίωμα ακρόασης και υπεράσπισης. Συνεπώς, το κριτήριο μετατίθεται από τη φύση του αποδεικτικού μέσου στην ουσιαστική διασφάλιση των δικονομικών εγγυήσεων.
Στην εξεταζόμενη περίπτωση:
✔ Η απόφαση:
✔ Το δικαστήριο έκρινε την ανάγνωση χρήσιμη
✔ Δεν αποδείχθηκε στέρηση υπεράσπισης
👉 Συμπέρασμα:
Δεν συντρέχει ακυρότητα
Ο Άρειος Πάγος ακολούθησε μια σαφώς λειτουργική προσέγγιση:
👉 Η ανάγνωση μη αμετάκλητης απόφασης είναι επιτρεπτή
👉 Εκτός αν προκαλεί πραγματική βλάβη στον κατηγορούμενο
Ο Άρειος Πάγος ξεκαθαρίζει:
❌ ΔΕΝ υπάρχει ακυρότητα όταν:
✔ ΥΠΑΡΧΕΙ ακυρότητα όταν:
👉 Δηλαδή:
Η ακυρότητα συνδέεται με το δικαίωμα υπεράσπισης, όχι με το είδος του εγγράφου
Η απόφαση έχει μεγάλη πρακτική αξία:
Ο συνήγορος πρέπει να εστιάζει όχι:
Η απόφαση ΑΠ 887/2020 καθιερώνει ένα σαφές δικονομικό κανόνα:
👉 Η ανάγνωση μη αμετάκλητης απόφασης δεν συνεπάγεται ακυρότητα
εκτός εάν:
👉 προκαλείται ουσιαστική βλάβη στο δικαίωμα υπεράσπισης.
Όχι. Επιτρέπεται ως αποδεικτικό μέσο.
Μόνο αν θίγεται το δικαίωμα υπεράσπισης.
Δεν προβλέπει ρητή ακυρότητα για τέτοια περίπτωση.
Όταν παραβιάζονται ουσιώδη δικονομικά δικαιώματα.
Αν αντιμετωπίζετε διαταγή πληρωμής ή ελέγχετε αν μία επιχειρηματική απαίτηση μπορεί να στηριχθεί νόμιμα σε εκτελεστό τίτλο, η έγκαιρη νομική αξιολόγηση του συμβατικού και αποδεικτικού πλαισίου είναι κρίσιμη.
Μπορείτε να κανονίσετε ΑΜΕΣΑ και ΑΥΘΗΜΕΡΟΝ ψηφιακό ραντεβού online (Skype, Zoom, Meet, Viber, What’s up) με τον δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεσή σας. Εφόσον κριθεί απαραίτητο, το ραντεβού θα ολοκληρωθεί στα γραφεία μας, χωρίς επιπλέον κόστος για εσάς.
Siamakis & Partners © All Rights Reserved.
Κανένα προϊόν στο καλάθι σας.