Αγωγή Αναγνώρισης Ακυρότητας Διαθήκης. Σύμφωνα με το άρθρο 1721 ΑΚ, η ιδιόγραφη διαθήκη γράφεται εξ ολοκλήρου με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται κατά τρόπο, που να προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος και υπογράφεται από αυτόν. Η χρονολογία, από την οποία προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος, απαιτείται, για να υπάρχει δυνατότητα ελέγχου της δικαιοπρακτικής ικανότητας του διαθέτη, της αληθινής βούλησής του και των τυχόν ελαττωμάτων της, καθώς και για να μπορεί να καθοριστεί η ισχύς της διαθήκης, όταν υπάρχουν και άλλες [διαθήκες] ανάλογα με τη χρονολογική τους σειρά. Η έλλειψη συνεπώς κάποιου από τους ανωτέρω βασικούς όρους συνεπάγεται την ακυρότητα της ιδιόγραφης διαθήκης. Αν ελλείπει κάποιο από τα στοιχεία αυτά είναι άκυρη, σύμφωνα με το άρθρο 1718 ΑΚ.
Η υπογραφή είναι σημείωση του προσδιοριστικού του διαθέτη ονοματεπωνύμου, γι` αυτό μπορεί να αποτελείται από την παράθεση, ευανάγνωστα, όλων των στοιχείων της ταυτότητας του, έστω και αν στις συναλλαγές δεν υπογράφει με τον τρόπο αυτό (ΕΑ 5897/1981 ΝοΒ 29/1410). Εφόσον δεν προκύπτει αμφιβολία για την ταυτότητα του διαθέτη η υπογραφή μπορεί να αποτελείται από μόνο το επώνυμο, το κύριο όνομα, το καλλιτεχνικό όνομα, ψευδόνυμο, παρώνυμο (ΑΠ 273/1960 ΝοΒ 8/1105, Βαθρακοκοίλη Αν Ερμ ΑΚ υπ`άρθ. 1721, Ε. Βουζίκας:ΚληρΔ & 48).
Η ιδιόχειρη υπογραφή του διαθέτη είναι επίσης απαραίτητο στοιχείο εγκυρότητας της ιδιόγραφης διαθήκης (1721 §1 εδ. Α). Από την υπογραφή πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα η ταυτότητα του διαθέτη. Εκτός από τον σκοπό αυτό (της ταυτοποίησης της διαθήκης με τον διαθέτη), η υπογραφή τίθεται και προς εξακρίβωση της οριστικότητας και σοβαρότητας της βούλησης του διαθέτη. (ΕφΑθ 2549/1991 ΕλΔνση 32, 1650).
Εξάλλου, η μονογραφή δεν αντικαθιστά την υπογραφή, ενώ μόνο με την ιδιόγραφη υπογραφή του διαθέτη ποριζόμεθα την γνησιότητα της θελήσεως αυτού. Η υπογραφή είναι η σημείωση του χαρακτηρίζοντος ονοματεπωνύμου του διαθέτη. (Μπαλής § 61)
Την υπογραφή αποτελούν το κύριο όνομα, το επώνυμο και το πατρώνυμο του διαθέτη. Υπογραφή μόνο με το κύριο όνομα δεν είναι έγκυρη, εφόσον δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητα του διαθέτη. (Απ. Γεωργιάδης Κληρονομικό Δίκαιο Μέρος Δεύτερο – τα είδη της κληρονομικής διαδοχής άρθρο 1721 ΑΚ § 34 σελ 168, Μπαλής § 38, Παπαντωνίου ΕρμΑΚ 1721 ΑΚ αρ. 94, Καράκωστας άρθρο 1721 αρ. 118, ΕφΑθ 2549/1991 ΕλΔνση 32, 1650, ΑΠ 681/1996 ΝΟΜΟΣ).
Ο νόμος απαιτεί υπογραφή και συνεπώς δεν αρκεί μονογραφή ούτε απλή παράθεση των αρχικών στοιχείων ονόματος και επωνύμου, ούτε η χρήση της εμπορικής επωνυμίας, αλλά ούτε και η ψηφιακή υπογραφή (Φίλιο §12 , Ψούνη § 34-35, Βουζίκα § 48, Λιτζερόπουλος §102, Βαθρακοκοίλης κατ’αρθο ανάλυση ΑΚ άρθρο 1721 § 25 σελίδα 136.)
Στην τελευταία δε απόφαση του Αρείου Πάγου έγινε δεκτό ότι αρκούν τα στοιχεία εκείνα, που σε κάθε περίπτωση προσδιορίζουν την ταυτότητα του διαθέτη ανεξάρτητα του αν αυτό επιτυγχάνεται μόνο με το επώνυμο ή το κύριο όνομα ή την σύνθεση και των δύο. ΑΠ 681/1996 ΝΟΜΟΣ).
Το ζήτημα που εξετάστηκε ήταν εάν η ατελής ή ελλιπής ως προς ένα ή περισσότερα από τα αναγκαία στοιχεία της χρονολογία ιδιόγραφης διαθήκης εξομοιώνεται προς την παντελώς ελλείπουσα και συνεπάγεται την ακυρότητα της διαθήκης, χωρίς τη συνδρομή άλλων προϋποθέσεων.
Περαιτέρω εξετάστηκε εάν το στοιχείο που λείπει μπορεί να αναπληρωθεί επιτρεπτώς από το όλο περιεχόμενο της διαθήκης καθεαυτό ή σε συνάρτηση με άλλα εκτός αυτού στοιχεία, τα οποία χρειάζεται να αποδειχθούν και λαμβάνονται υπόψη προς αποσαφήνιση εκείνων που είτε αναφέρονται ως προς την χρονολογία είτε συνάγονται από το κείμενο της διαθήκης.
Δηλαδή, εξετάστηκε εάν η ελλείπουσα χρονολογία ως προς την ημέρα σύνταξης της διαθήκης μπορεί να ανευρεθεί από το περιεχόμενο της διαθήκης ή από άλλα προσδιοριστικά στοιχεία όπως αυτά αναφέρονται εντός αυτής και μπορούν να παραπέμψουν σε βέβαια η χρονολογία ως προς την ημέρα σύνταξης της διαθήκης.
Εάν κάτι τέτοιο δεν μπορεί να ταυτοποιηθεί, τότε πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 1721 ΑΚ, οπότε η διαθήκη είναι άκυρη, επειδή λείπει ένα από τα βασικά στοιχεία που είναι η ημεροχρονολογία της διαθήκης.
Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 70 ΚΠολΔικ, προκύπτει ότι μπορεί να εγερθεί αναγνωριστική αγωγή για την αναγνώριση της ύπαρξης ή μη ύπαρξης έννομης σχέσης η οποία τελεί σε αβεβαιότητα, εφόσον συντρέχει έννομο συμφέρον.
ΠΡΟΣΟΧΗ!!! Το αίτημα της συγκεκριμένης αγωγής είναι αναγνωριστικό και ότι διαπλαστικό. Δηλαδή το αίτημα είναι η αναγνώριση της ακυρότητας της ιδιόγραφης διαθήκης με την αρνητική της έννοια και όι η ακύρωση της διαθήκης ως διάπλαση μιας νέας κατάστασης. Η διάκριση είναι βασική καθώς εάν λείπουν οι βασικές προϋποθέσεις του άρθρου 1721 ΑΚ ή η ιδιόγραφη διαθ΄΄ηκη δεν έχει γραφεί ή υπογραφεί από τον διαθέτει είναι άκυρη. Αυτή η ακυρότητα αναγνωρίζεται ως έννομη σχέση δικαστικώς. Αίτημα ακύρωσης της διαθήκης ως διαπλαστικό οδηγεί σε απόρριψη της αγωγής, δεδομένου ότι το αίτημα έχει κριθεί μη νόμιμο.
Απαραίτητη, όμως, προϋπόθεση για την έγερση αναγνωστικής αγωγής είναι να έχει ο ενάγων έννομο προς τούτο συμφέρον, το οποίο πρέπει να είναι άμεσο υπό την έννοια ότι η αβεβαιότητα που περιβάλλει την επίδικη έννομη σχέση είναι ενεστώσα, δηλαδή υπάρχει κατά τη συζήτηση επί της οποίας εκδίδεται η απόφαση.
Τέτοιο άμεσο έννομο συμφέρον για έγερση αναγνωριστικής αγωγής για την αναγνώριση ακυρότητας διαθήκης έχουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του διαθέτη, ως και οι τετιμημένοι με προγενέστερη έγκυρη διαθήκη κληρονόμοι ή κληροδόχοι.
Στην περίπτωση ασκήσεως αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής, με την οποία ο ενάγων αντιτάσσει γενική άρνηση κατά του προσβαλλόμενου δικαιώματος του εναγομένου, δεν έχει υποχρέωση αυτός ( ενάγων) να αποδείξει την αλήθεια αυτών , ήτοι την ιδιόχειρη γραφή και υπογραφή της διαθήκης από τον διαθέτη (ΑΠ 105/2011, βάση δεδομένων ΝΟΜΟΣ).
Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση της αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής περί ακυρότητας της διαθήκης λόγω της μη ιδιόχειρης γραφής και υπογραφής αυτής όπως και η υπο κρίση αγωγή, όπου αρκεί μόνον η με αυτή (αγωγή) αντιτασσόμενη γενική άρνηση του ενάγοντος κατά του προβαλλομένου από τη διαθήκη δικαιώματος του εναγομένου.
Στην περίπτωση δηλαδή, αυτή δεν είναι υποχρεωμένος ο ενάγων να αποδείξει την αναλήθεια των πραγματικών περιστατικών που στηρίζουν το δικαίωμα του εναγομένου αλλά ο τελευταίος υποχρεούται να αποδείξει την αλήθεια των περιστατικών αυτών, ήτοι την ιδιόχειρη από το διαθέτη γραφή και υπογραφή της διαθήκης.
Η προσβολή συγχρόνως της διαθήκης ως πλαστής δεν είναι αναγκαία, αφού αυτή είναι εξίσου άκυρη και όταν δεν είναι πλαστή, όπως συμβαίνει όταν γράφτηκε από τρίτο με υπαγόρευση του διαθέτη ή όταν δεν πληρούνται οι όροι του άρθρου 1721 ΑΚ (αδυναμία ταυτότητας διαθέτη, έλλειψη υπογραφής, τόπου, χρονολογίας κλπ) (ΑΠ 105/2011 Ελ.Δ 53, 101, ΑΠ 1595/2006 ΕλΔ 47, 1672, ΑΠ 1591/1997 ΕλΔ 39, 844, ΕΦΔΩΔ28/2014 ΝΟΜΟΣ).
Η διάταξη του άρθρου 1721 ΑΚ αποτελεί κανόνα δημόσιας τάξης, δεν μπορεί δηλαδή η ιδιωτική βούληση να παραμερίσει έστω και κατά το ελάχιστο, τις διατυπώσεις σύνταξης ιδιόγραφης διαθήκης που ορίζει ο νόμος.
Διαβάστε επίσης:
Μπορείτε να κανονίσετε ΑΜΕΣΑ και ΑΥΘΗΜΕΡΟΝ ψηφιακό ραντεβού online (Skype, Zoom, Meet, Viber, What’s up) με τον δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεσή σας. Εφόσον κριθεί απαραίτητο, το ραντεβού θα ολοκληρωθεί στα γραφεία μας, χωρίς επιπλέον κόστος για εσάς.
Siamakis & Partners © All Rights Reserved.
Κανένα προϊόν στο καλάθι σας.