Η χρήση ψηφιακών μέσων επικοινωνίας έχει πλέον ενσωματωθεί πλήρως στη δικαστηριακή πρακτική. Η πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου επιβεβαιώνει με σαφήνεια ότι τα SMS — ακόμη και όταν προσκομίζονται ως screenshots — μπορούν να αποτελέσουν νόμιμα αποδεικτικά μέσα σε πολιτικές δίκες.
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς επηρεάζει άμεσα την απόδειξη συμβάσεων, συμφωνιών και πραγματικών περιστατικών στην καθημερινή νομική πράξη.
Σε διαφορά σχετική με χρηματικές απαιτήσεις, κρίσιμο ρόλο έπαιξαν ηλεκτρονικά μηνύματα (SMS και emails), τα οποία προσκομίστηκαν ακόμη και υπό μορφή screenshot. Το δικαστήριο δέχθηκε ότι τα μηνύματα αυτά αποτελούν νόμιμα αποδεικτικά μέσα, απορρίπτοντας ισχυρισμούς περί πλαστότητας και παραβίασης απορρήτου. Ο Άρειος Πάγος επικύρωσε τη θέση αυτή, επιβεβαιώνοντας ότι τα SMS μπορούν να χρησιμοποιηθούν αποδεικτικά υπό προϋποθέσεις.
Το βασικό ερώτημα που τέθηκε ήταν:
👉 Μπορούν τα SMS σε μορφή screenshot να ληφθούν υπόψη ως αποδεικτικό μέσο;
Η απάντηση του Αρείου Πάγου είναι ναι, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι:
Παράλληλα, δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι:
✔ Ο αποστολέας γνωρίζει ότι το μήνυμα αποθηκεύεται
✔ Υπάρχει τεκμαιρόμενη συναίνεση του για χρήση του
✔ Ο παραλήπτης είναι νόμιμος κάτοχος του περιεχομένου
Η απόφαση θέτει σαφή όρια:
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η απόρριψη της ένστασης πλαστότητας.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι:
Επιπλέον, το ίδιο το περιεχόμενο των μηνυμάτων μπορεί να λειτουργήσει αποδεικτικά για τη γνησιότητά τους.
Η απόφαση ξεκινά από την παραδοχή ότι το SMS δεν είναι ένα απλό εφήμερο σήμα επικοινωνίας, αλλά ένα ηλεκτρονικό έγγραφο που καταγράφεται στη μνήμη της συσκευής και μπορεί να ανασυρθεί, να αναγνωστεί ξανά και να διατηρηθεί από τον παραλήπτη. Από αυτό το τεχνικό και λειτουργικό χαρακτηριστικό, ο Άρειος Πάγος αντλεί ένα κρίσιμο νομικό συμπέρασμα: ο αποστολέας, όταν επιλέγει να στείλει SMS, γνωρίζει ότι το μήνυμα δεν προορίζεται μόνο για στιγμιαία ανάγνωση, αλλά για μόνιμη ή πάντως διαρκή αποθήκευση στη συσκευή του παραλήπτη.
Πάνω σε αυτή τη γνώση θεμελιώνεται η τεκμαιρόμενη συναίνεση. Δηλαδή, το δικαστήριο δεν απαιτεί ρητή δήλωση του αποστολέα ότι “συμφωνώ να κρατήσεις και να χρησιμοποιήσεις το μήνυμα”. Θεωρεί όμως ότι, από τη στιγμή που ο αποστολέας επιδιώκει συνειδητά να καταγραφεί το περιεχόμενο του SMS στη συσκευή του άλλου μέρους, αποδέχεται και το φυσικό και νομικό αποτέλεσμα αυτής της πράξης: ότι ο παραλήπτης καθίσταται κοινωνός του περιεχομένου και νόμιμος κάτοχος του μηνύματος.
Με άλλα λόγια, κατά την απόφαση, η συναίνεση είναι “τεκμαιρόμενη” όχι επειδή το δικαστήριο την υποθέτει αυθαίρετα, αλλά επειδή τη συνάγει από τον ίδιο τον τρόπο λειτουργίας της υπηρεσίας SMS και από τη βούληση του αποστολέα να χρησιμοποιήσει αυτό ακριβώς το μέσο επικοινωνίας. Το σκεπτικό είναι ότι όποιος στέλνει SMS ξέρει πως ο παραλήπτης μπορεί:
Αυτό το σημείο είναι το κέντρο της συλλογιστικής του Αρείου Πάγου. Εφόσον ο παραλήπτης είναι νόμιμος κάτοχος του μηνύματος, η μετέπειτα προσκομιδή του στο δικαστήριο από τον ίδιο δεν αντιμετωπίζεται ως υποκλοπή ή παράνομη άρση απορρήτου, αλλά ως χρήση στοιχείου στο οποίο ο ίδιος απέκτησε νόμιμη πρόσβαση επειδή ήταν μέρος της επικοινωνίας.
Η απόφαση συνδέει έτσι την τεκμαιρόμενη συναίνεση με τη βασική διάκριση που κάνει:
ότι άλλο είναι η χρήση SMS από τρίτο που υποκλέπτει ξένη επικοινωνία, και άλλο η χρήση SMS από αποστολέα ή παραλήπτη, δηλαδή από πρόσωπο που μετείχε στην επικοινωνία. Στη δεύτερη περίπτωση δεν θεωρεί ότι παραβιάζεται το απόρρητο της επικοινωνίας, ακριβώς επειδή ο αποστολέας, στέλνοντας το μήνυμα, έχει αποδεχθεί ότι το περιεχόμενο θα περιέλθει στη σφαίρα γνώσης και κατοχής του παραλήπτη.
Άρα, μόνο με βάση την απόφαση, η τεκμαιρόμενη συναίνεση σημαίνει το εξής:
ο αποστολέας SMS, επιλέγοντας συνειδητά ένα μέσο που καταγράφει και διατηρεί το μήνυμα στη συσκευή του παραλήπτη, θεωρείται ότι συναινεί σιωπηρά στο να γίνει ο παραλήπτης νόμιμος κάτοχος του περιεχομένου και, κατ’ αρχήν, να μπορεί να το χρησιμοποιήσει αποδεικτικά στη δίκη, εφόσον το μήνυμα σχετίζεται με την υπόθεση και η χρήση του είναι αναγκαία για την παροχή έννομης προστασίας.
Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο είναι ότι η απόφαση δεν αντιμετωπίζει την τεκμαιρόμενη συναίνεση ως απεριόριστη άδεια για κάθε χρήση. Τη συνδέει με στάθμιση: το SMS πρέπει να έχει σχέση με την υπόθεση, η χρήση του να είναι πρόσφορη και αναγκαία για την απόδειξη, και να μη γίνεται κατά τρόπο που να παραβιάζει δυσανάλογα την ιδιωτική ζωή ή ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα. Άρα η συναίνεση που τεκμαίρεται δεν είναι αφηρημένη και απόλυτη· λειτουργεί μέσα στο πλαίσιο της συγκεκριμένης δικαστικής χρήσης που το δικαστήριο θεωρεί θεμιτή.
Η κρίση του Δικαστηρίου βασίστηκε σε συνδυασμό διατάξεων:
Τα SMS χαρακτηρίζονται ως μηχανικές απεικονίσεις
Καθορίζεται η αποδεικτική τους δύναμη
Ρυθμίζεται το βάρος απόδειξης γνησιότητας
Προστασία απορρήτου επικοινωνιών
👉 Συμπέρασμα: Νόμιμο αποδεικτικό μέσο
Η σημασία της απόφασης είναι πολυεπίπεδη:
Για τον πολίτη και τον επαγγελματία:
✔ Τα SMS μπορούν να “σώσουν” μια υπόθεση
✔ Δεν απαιτείται πάντα πλήρης τεχνική απόδειξη
✔ Η σωστή διατήρηση αποδεικτικών στοιχείων είναι κρίσιμη
Ναι, εφόσον προσκομίζονται από αποστολέα ή παραλήπτη και σχετίζονται με την υπόθεση.
Ναι, θεωρούνται μηχανικές απεικονίσεις και είναι αποδεκτά.
Πρέπει να το αποδείξει — δεν αρκεί η απλή αμφισβήτηση.
Όχι, όταν το μήνυμα προσκομίζεται από συμμετέχοντα στην επικοινωνία.
Κάθε υπόθεση έχει ιδιαιτερότητες που χρήζουν προσοχής. Κλείστε online ραντεβού και λάβετε καθοδήγηση προσαρμοσμένη στη δική σας περίπτωση.
Μπορείτε να κανονίσετε ΑΜΕΣΑ και ΑΥΘΗΜΕΡΟΝ ψηφιακό ραντεβού online (Skype, Zoom, Meet, Viber, What’s up) με τον δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεσή σας. Εφόσον κριθεί απαραίτητο, το ραντεβού θα ολοκληρωθεί στα γραφεία μας, χωρίς επιπλέον κόστος για εσάς.
Siamakis & Partners © All Rights Reserved.
Κανένα προϊόν στο καλάθι σας.