Η νόμιμη άμυνα αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους λόγους άρσης του αδίκου χαρακτήρα μιας πράξης στο ποινικό δίκαιο. Δεν αρκεί όμως κάθε αμυντική αντίδραση για να αποκλείσει το άδικο. Ο νόμος απαιτεί συγκεκριμένες προϋποθέσεις, ενώ ιδιαίτερη σημασία έχει και το αν η αντίδραση του αμυνόμενου παρέμεινε μέσα στο αναγκαίο μέτρο ή αν υπερέβη τα όρια της άμυνας.
Η απόφαση ΑΠ 1001/2025 είναι ιδιαίτερα χρήσιμη, γιατί αποτυπώνει με καθαρό τρόπο πότε το δικαστήριο αναγνωρίζει μεν κατάσταση άμυνας, αλλά τελικά κρίνει ότι υπήρξε υπέρβαση των ορίων της από πρόθεση.
Σε συνάντηση που έλαβε χώρα σε επαγγελματικό χώρο, ξέσπασε έντονη λεκτική αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο πρόσωπα. Η ένταση κλιμακώθηκε και ο ένας από τους εμπλεκομένους επιτέθηκε πρώτος στον άλλον, εγκλωβίζοντάς τον πίσω από γραφείο και χτυπώντας τον επανειλημμένα στο πρόσωπο και στο σώμα.
Ο αμυνόμενος, προκειμένου να αποκρούσει την επίθεση και να απεγκλωβιστεί, αντέδρασε βίαια: άρπαξε το κεφάλι του επιτιθέμενου και το χτύπησε και το πίεσε πάνω σε τραπέζι, όπου υπήρχαν σπασμένα γυαλιά. Ο επιτιθέμενος τραυματίστηκε σοβαρά στο πρόσωπο.
Το δευτεροβάθμιο ποινικό δικαστήριο έκρινε ότι ο αμυνόμενος βρισκόταν πράγματι σε κατάσταση άμυνας, αλλά υπερέβη τα όρια αυτής από πρόθεση. Ο Άρειος Πάγος απέρριψε την αίτηση αναίρεσης και επικύρωσε την κρίση αυτή.
Κατά το άρθρο 22 ΠΚ, δεν είναι άδικη η πράξη που τελείται σε κατάσταση άμυνας. Άμυνα είναι η αναγκαία προσβολή του επιτιθέμενου, στην οποία προβαίνει κάποιος για να υπερασπιστεί τον εαυτό του ή άλλον από άδικη και παρούσα επίθεση.
Για να υπάρξει νόμιμη άμυνα απαιτούνται σωρευτικά:
Το αναγκαίο μέτρο της άμυνας κρίνεται από:
Κατά το άρθρο 23 ΠΚ, αν κάποιος υπερβεί τα όρια της άμυνας, τιμωρείται με ελαττωμένη ποινή όταν η υπέρβαση έγινε από πρόθεση. Αν όμως ενήργησε έτσι εξαιτίας φόβου ή ταραχής που του προκάλεσε η επίθεση, μένει ατιμώρητος.
Πρώτον, το δικαστήριο δέχθηκε ότι υπήρξε άδικη και παρούσα επίθεση. Ο επιτιθέμενος ήταν εκείνος που άρχισε πρώτος τη σωματική βία, εγκλωβίζοντας και χτυπώντας τον αντίδικό του.
Δεύτερον, αναγνώρισε ότι ο αμυνόμενος είχε δικαίωμα να αντιδράσει για να προστατεύσει τη σωματική του ακεραιότητα και να απεγκλωβιστεί.
Τρίτον, εξέτασε αν η αντίδραση παρέμεινε στο αναγκαίο μέτρο. Εδώ έκρινε ότι δεν παρέμεινε. Το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο αμυνόμενος μπορούσε να απωθήσει τον επιτιθέμενο και να διαφύγει, χωρίς να χρησιμοποιήσει τρόπο τόσο επικίνδυνο.
Τέταρτον, έλαβε υπόψη ότι ο αμυνόμενος γνώριζε πως πάνω στο τραπέζι υπήρχαν σπασμένα γυαλιά και, παρ’ όλα αυτά, πίεσε επανειλημμένα το κεφάλι του άλλου πάνω σε αυτά.
Πέμπτον, κατέληξε ότι η υπέρβαση έγινε από πρόθεση, διότι ο δράστης αποδέχθηκε το επικίνδυνο αποτέλεσμα.
Ο Άρειος Πάγος δεν επανεκτίμησε τα πραγματικά περιστατικά. Έλεγξε αν η καταδικαστική απόφαση είχε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και αν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε σωστά τα άρθρα 22 και 23 ΠΚ.
Έκρινε ότι η απόφαση ήταν επαρκώς αιτιολογημένη, επειδή εξηγούσε με σαφήνεια:
Ειδικά το ανώτατο δικαστήριο έδωσε βαρύτητα στο ότι ο κατηγορούμενος μπορούσε ευχερώς να απωθήσει τον επιτιθέμενο και να απομακρυνθεί, ενώ αντίθετα επέλεξε να χρησιμοποιήσει ένα μέσο σαφώς πιο επικίνδυνο, δηλαδή να πιέσει το κεφάλι του πάνω σε σπασμένα γυαλιά, με αυξημένο κίνδυνο πρόκλησης ανεπανόρθωτης βλάβης.
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι ο Άρειος Πάγος επισήμανε πως ο ισχυρισμός περί υπέρβασης των ορίων της άμυνας εξαιτίας φόβου ή ταραχής δεν είχε προβληθεί παραδεκτά και ορισμένα στο δικαστήριο της ουσίας.
Αυτό σημαίνει ότι δεν αρκεί μια γενική αναφορά σε «φόβο» ή «ταραχή». Ο σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός πρέπει να προβληθεί με σαφήνεια, πληρότητα και με συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που να τον στηρίζουν. Αν δεν προβληθεί έτσι, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ειδικά.
Στην υπό κρίση υπόθεση, το δικαστήριο μάλιστα προχώρησε και πέρα από αυτό, σημειώνοντας ότι, με βάση τον τρόπο τέλεσης της πράξης, δεν αποδείχθηκαν περιστατικά φόβου ή ταραχής που να δικαιολογούν ατιμωρησία.
Η νόμιμη άμυνα αίρει πλήρως το άδικο όταν η αντίδραση του αμυνόμενου είναι αναγκαία και ανάλογη με την επίθεση.
Δεν αίρεται όμως πλήρως το άδικο όταν:
Σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να υπάρξει υπέρβαση άμυνας. Αν η υπέρβαση γίνει από πρόθεση, υπάρχει ποινική ευθύνη με ελαττωμένη ποινή. Αν γίνει από φόβο ή ταραχή, ενδέχεται να μην υπάρξει καταλογισμός.
Τι είναι νόμιμη άμυνα στο ποινικό δίκαιο;
Είναι η αναγκαία προσβολή του επιτιθέμενου για να αποκρουστεί άδικη και παρούσα επίθεση.
Πότε αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης;
Όταν η αντίδραση είναι αναγκαία, πρόσφορη και δεν υπερβαίνει το μέτρο που απαιτεί η απόκρουση της επίθεσης.
Τι είναι υπέρβαση άμυνας;
Είναι η αντίδραση που ξεπερνά το επιτρεπτό και αναγκαίο μέτρο άμυνας.
Πότε η υπέρβαση δεν τιμωρείται;
Όταν ο δράστης ενήργησε έτσι λόγω φόβου ή ταραχής που του προκάλεσε η επίθεση, εφόσον ο σχετικός ισχυρισμός προβληθεί ορισμένα και αποδειχθεί.
Αρκεί να δεχθεί το δικαστήριο ότι υπήρχε επίθεση;
Όχι. Πρέπει να εξετάσει και αν ο τρόπος αντίδρασης ήταν ο απολύτως αναγκαίος ή αν υπήρχε ηπιότερη λύση.
Η ΑΠ 1001/2025 επιβεβαιώνει ότι η νόμιμη άμυνα δεν λειτουργεί ως γενική άδεια για κάθε μορφή βίαιης αντίδρασης. Η επίθεση μπορεί να είναι άδικη και παρούσα, όμως και πάλι ο αμυνόμενος δεσμεύεται από το αναγκαίο μέτρο άμυνας.
Όταν υπάρχει ηπιότερος τρόπος απόκρουσης και ο αμυνόμενος επιλέγει σαφώς επικινδυνότερο μέσο, το δικαστήριο μπορεί να κρίνει ότι υπήρξε υπέρβαση των ορίων της άμυνας από πρόθεση. Για αυτό, σε κάθε σχετική ποινική υπόθεση, η ορθή νομική θεμελίωση και η ακριβής προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών είναι απολύτως κρίσιμες.
Κάθε υπόθεση έχει ιδιαιτερότητες που χρήζουν προσοχής. Κλείστε online ραντεβού και λάβετε καθοδήγηση προσαρμοσμένη στη δική σας περίπτωση.
Μπορείτε να κανονίσετε ΑΜΕΣΑ και ΑΥΘΗΜΕΡΟΝ ψηφιακό ραντεβού online (Skype, Zoom, Meet, Viber, What’s up) με τον δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεσή σας. Εφόσον κριθεί απαραίτητο, το ραντεβού θα ολοκληρωθεί στα γραφεία μας, χωρίς επιπλέον κόστος για εσάς.
Siamakis & Partners © All Rights Reserved.
Κανένα προϊόν στο καλάθι σας.