Το νέο κληρονομικό δίκαιο, που θεσπίστηκε με τον Ν. 5303/2026, μεταβάλλει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται τα χρέη της κληρονομιάς, η νόμιμη μοίρα, τα δικαιώματα του συζύγου και ο προγραμματισμός της κληρονομικής διαδοχής. Ο νόμος δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α΄ 81/22.05.2026.
Οι βασικές ρυθμίσεις εφαρμόζονται σε κληρονομίες προσώπων που αποβιώνουν από τις 16 Σεπτεμβρίου 2026 και μετά, με ειδικές μεταβατικές εξαιρέσεις. Επομένως, πριν εξεταστεί αν χρειάζεται αποποίηση, πώς υπολογίζεται η νόμιμη μοίρα ή ποιος κληρονομεί ένα ακίνητο, πρέπει να προσδιοριστεί ποιο νομοθετικό καθεστώς διέπει τη συγκεκριμένη υπόθεση.
Τρία στοιχεία χρειάζονται έλεγχο από την αρχή:
Οι παραπομπές που ακολουθούν στον Αστικό Κώδικα αφορούν τη νέα αρίθμηση και διατύπωση του Ν. 5303/2026, εκτός όπου αναφέρεται ρητά το προϊσχύσαν δίκαιο.
| Θέμα | Τι ίσχυε | Τι αλλάζει | Πρακτική συνέπεια | Νομική βάση |
|---|---|---|---|---|
| Χρέη κληρονομιάς | Ο απλός κληρονόμος ευθυνόταν και με την προσωπική του περιουσία | Καθιερώνεται ως κανόνας η μη ευθύνη με την ατομική περιουσία, με συγκεκριμένες εξαιρέσεις | Χρειάζεται προσοχή στη διαχείριση και διάθεση της κληρονομιάς | Παλαιό 1901· νέα 1892, 1895 ΑΚ |
| Νόμιμη μοίρα | Ο μεριδούχος συμμετείχε ως κληρονόμος κατά το αντίστοιχο ποσοστό | Η προστασία λαμβάνει τη μορφή χρηματικής αξίωσης | Δεν δημιουργείται μόνο λόγω νόμιμης μοίρας αυτόματη συγκυριότητα στα ακίνητα | Παλαιό 1825· νέο 1820 ΑΚ |
| Σύζυγος και ένα παιδί | Ο σύζυγος λάμβανε το 1/4 | Λαμβάνει το 1/3 | Αυξάνεται η βασική εξ αδιαθέτου μερίδα του συζύγου | Παλαιό 1820· νέο 1810 ΑΚ |
| Σύζυγος χωρίς συγγενείς πρώτης και δεύτερης τάξης | Μπορούσε να συντρέχει με μακρινότερους συγγενείς | Καλείται σε ολόκληρη την κληρονομία | Προηγείται των συγγενών της νέας τέταρτης τάξης | 1811 ΑΚ |
| Κληρονομικές συμβάσεις | Κατά κανόνα απαγορευόταν η συμβατική δέσμευση για μελλοντική κληρονομία | Επιτρέπονται ειδικά ρυθμισμένες συμβολαιογραφικές συμβάσεις | Διευρύνονται οι δυνατότητες σχεδιασμού της διαδοχής | 1798–1807 ΑΚ |
| Μελλοντική παραίτηση | Δεν υπήρχε αντίστοιχη γενική δυνατότητα | Επιτρέπεται συμβολαιογραφική παραίτηση από μελλοντικά δικαιώματα | Μπορούν να συμφωνηθούν εκ των προτέρων περιουσιακές διευθετήσεις | 1838–1843 ΑΚ |
| Ελεύθερη ένωση | Δεν υπήρχε το νέο σύστημα προστασίας του συντρόφου | Προβλέπονται συγκεκριμένα δικαιώματα και, υπό αυστηρές προϋποθέσεις, κληρονομική διαδοχή | Απαιτείται έλεγχος διάρκειας συμβίωσης, οικογενειακής κατάστασης και προθεσμιών | 1817 ΑΚ |
Το άρθρο 41 του Ν. 5303/2026 συνδέει την εφαρμογή των βασικών κληρονομικών ρυθμίσεων με τον χρόνο θανάτου.
| Περίπτωση | Βασικός κανόνας |
|---|---|
| Θάνατος έως και 15.09.2026 | Εφαρμόζεται καταρχήν το προϊσχύσαν κληρονομικό δίκαιο |
| Θάνατος από 16.09.2026 | Εφαρμόζεται το νέο καθεστώς |
| Διαθήκη που συντάχθηκε ή ανακλήθηκε πριν από την έναρξη εφαρμογής | Ο τύπος και η ικανότητα του διαθέτη κρίνονται με το προηγούμενο δίκαιο |
| Διανομή μετά τις 16.09.2026 για παλαιότερη κληρονομία | Εφαρμόζονται οι νέες διατάξεις, εφόσον δεν έχει ασκηθεί αγωγή διανομής |
| Ορισμένες ιδιόγραφες διαθήκες που ήταν αδημοσίευτες στις 22.05.2026 | Εφαρμόζεται η ειδική μεταβατική ρύθμιση του άρθρου 33 παρ. 2 |
Η ημερομηνία σύνταξης μιας διαθήκης ή υπογραφής της αποδοχής δεν αρκεί, από μόνη της, για να καθορίσει το εφαρμοστέο δίκαιο.
Για παράδειγμα, η συμβολαιογραφική αποδοχή που υπογράφεται τον Οκτώβριο του 2026 για θάνατο του 2025 δεν υπάγει αυτομάτως την κληρονομία στο νέο σύστημα ευθύνης για χρέη.
Το άρθρο 33 παρ. 8 προβλέπει ειδική δυνατότητα για κληρονόμους προσώπων που είχαν αποβιώσει μέχρι τη δημοσίευση του νόμου και δεν είχαν αποδεχθεί εμπρόθεσμα με το ευεργέτημα της απογραφής.
Μέσα σε έξι μήνες από τη δημοσίευση μπορούν να ζητήσουν, με τη διαδικασία του άρθρου 838 ΚΠολΔ, τον διορισμό δικαστικού επιμελητή και πραγματογνωμόνων για απογραφή, εφόσον κατά την υποβολή της αίτησης:
Η ρύθμιση αφορά συγκεκριμένη διαδικασία προστασίας. Δεν αποτελεί γενική παράταση της προθεσμίας αποποίησης.
Το νέο άρθρο 1892 ΑΚ καθιερώνει τον κανόνα ότι ο κληρονόμος δεν ευθύνεται με την ατομική του περιουσία για τις υποχρεώσεις της κληρονομίας.
Η αλλαγή έχει άμεση πρακτική σημασία: η αποδοχή μιας κληρονομιάς δεν συνεπάγεται πλέον, από μόνη της, ότι οι κληρονομικοί δανειστές μπορούν να στραφούν και κατά της προσωπικής περιουσίας του κληρονόμου.
Τα χρέη, πάντως, εξακολουθούν να υπάρχουν. Η κληρονομική περιουσία παραμένει διαθέσιμη για την ικανοποίησή τους.
Προσωπική ευθύνη μπορεί να προκύψει όταν ο κληρονόμος:
Πριν από την απόφαση εκκαθάρισης, η διάθεση κληρονομιαίων αντικειμένων υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 1895. Ο νόμος επιτρέπει, μεταξύ άλλων, τη χρησιμοποίηση κληρονομιαίου κεφαλαίου για την ικανοποίηση των δανειστών της κληρονομίας ή τη συντήρηση των αντικειμένων της. Η πώληση ή μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων χρειάζεται προηγούμενο έλεγχο των συγκεκριμένων προϋποθέσεων.
Παράδειγμα: Η κληρονομία περιλαμβάνει περιουσία αξίας 80.000 ευρώ και χρέη 130.000 ευρώ. Εφόσον εφαρμόζεται το νέο δίκαιο και δεν συντρέχει εξαίρεση προσωπικής ευθύνης, η διαφορά των 50.000 ευρώ δεν καλύπτεται αυτομάτως από την προσωπική περιουσία του κληρονόμου. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα χρέη διαγράφονται ή ότι τα κληρονομιαία ακίνητα εξαιρούνται από την ικανοποίηση των δανειστών.
Με τα άρθρα 1893 επ. ΑΚ προβλέπεται δικαστική εκκαθάριση κατόπιν αίτησης προσώπου που έχει έννομο συμφέρον.
Από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης, η κληρονομία αποχωρίζεται ως ιδιαίτερη περιουσιακή ομάδα και διοικείται από εκκαθαριστή. Η δικαστική αυτή διαδικασία διακρίνεται από τον γενικό κανόνα προστασίας της ατομικής περιουσίας.
Χρειάζεται επίσης να συνεκτιμηθεί το κόστος: κατά το άρθρο 1900 ΑΚ, αν η κληρονομία δεν επαρκεί, οι κληρονόμοι ευθύνονται και με την ατομική τους περιουσία για την αμοιβή και τις δαπάνες του εκκαθαριστή.
Η αποποίηση κληρονομιάς εξακολουθεί να αποτελεί διαθέσιμη επιλογή. Η προστασία από τα χρέη δεν καταργεί τις προθεσμίες ούτε καθιστά περιττή την εξέταση της αποποίησης.
Κατά το νέο άρθρο 1845 ΑΚ, η βασική προθεσμία είναι τέσσερις μήνες από τότε που ο κληρονόμος πληροφορήθηκε την επαγωγή και τον λόγο της: ότι δηλαδή καλείται στην κληρονομία και για ποια αιτία.
Η προθεσμία είναι ένα έτος, εάν ο αποβιώσας είχε την τελευταία κατοικία του στο εξωτερικό ή ο κληρονόμος διέμενε στο εξωτερικό κατά την έναρξή της. Όταν η κλήση προκύπτει από διάταξη τελευταίας βούλησης, η προθεσμία δεν αρχίζει πριν από τη δημοσίευσή της.
Η αποποίηση γίνεται με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομίας. Για αποποίηση μέσω αντιπροσώπου απαιτείται ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο — άρθρο 1846 ΑΚ.
Αν παρέλθει η νόμιμη προθεσμία, η κληρονομία θεωρείται αποδεκτή και η μεταγενέστερη αποποίηση είναι άκυρη, σύμφωνα με το άρθρο 1848 ΑΚ.
Η πλασματική αυτή αποδοχή λόγω παρόδου της προθεσμίας διαφέρει από τη σιωπηρή αποδοχή που μπορεί να συνάγεται από τη συμπεριφορά του κληρονόμου.
Το άρθρο 1844 ΑΚ προβλέπει αυτοδίκαιη κτήση της κληρονομίας με την επαγωγή, με τις νόμιμες επιφυλάξεις. Ο κληρονόμος διατηρεί το δικαίωμα αποποίησης όσο πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις.
Η αποδοχή μπορεί να είναι ρητή ή να προκύπτει σιωπηρά από ενέργειες που εκφράζουν βούληση οριστικής ανάληψης της κληρονομίας. Αν έχει προηγηθεί αποδοχή, η αποποίηση είναι άκυρη.
Το νέο άρθρο 1847 ΑΚ διευκρινίζει ότι από τις ακόλουθες πράξεις και μόνο δεν συνάγεται αποδοχή:
Αντίθετα, η σύμβαση διανομής μεταξύ συγκληρονόμων ισχύει και ως αποδοχή της κληρονομίας από τους συμβαλλομένους — άρθρο 1883 ΑΚ.
Για τα ακίνητα απαιτείται επιπλέον εξέταση των διατυπώσεων αποδοχής και καταχώρισης. Η τετράμηνη προθεσμία αποποίησης δεν αποτελεί γενική προθεσμία ολοκλήρωσης της συμβολαιογραφικής αποδοχής.
Επίσης, η αποδοχή της κληρονομίας και η δήλωση ελεύθερης διαχείρισης του άρθρου 1892 είναι διαφορετικές πράξεις, με διαφορετικές συνέπειες.
Η νόμιμη μοίρα διατηρείται, αλλά μετατρέπεται σε χρηματική αξίωση.
Δικαιούχοι είναι οι κατιόντες, οι γονείς και ο επιζών σύζυγος, εφόσον θα καλούνταν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι. Η αξίωση στρέφεται κατά του κληρονόμου και ανέρχεται στο μισό της αξίας της εξ αδιαθέτου μερίδας, σύμφωνα με το άρθρο 1820 ΑΚ.
Ο δικαιούχος που παραλείπεται από τη διαθήκη δεν καθίσταται πλέον, μόνο λόγω της νόμιμης μοίρας, αυτομάτως συγκύριος σε κάθε ακίνητο. Αποκτά χρηματική απαίτηση. Το δικαστήριο μπορεί, όταν το επιβάλλουν οι περιστάσεις, να διατάξει αυτούσια απόδοση ποσοστού ή περιουσιακού στοιχείου αντίστοιχης αξίας.
Υποθέτουμε ότι υπάρχουν δύο παιδιά, χωρίς επιζώντα σύζυγο, και καθαρή βάση υπολογισμού 240.000 ευρώ. Δεν υπάρχουν δωρεές, γονικές παροχές ή άλλα στοιχεία που μεταβάλλουν τον υπολογισμό. Η διαθήκη εγκαθιστά κληρονόμο μόνο το ένα παιδί.
Το άλλο παιδί θα λάμβανε χωρίς διαθήκη το 1/2, δηλαδή 120.000 ευρώ. Η νόμιμη μοίρα του αντιστοιχεί στο μισό αυτής της αξίας:
240.000 × 1/2 × 1/2 = 60.000 ευρώ.
Εφόσον δεν συντρέχει νόμιμη στέρηση, παραίτηση ή άλλη αιτία απώλειας του δικαιώματος, πρόκειται καταρχήν για χρηματική αξίωση 60.000 ευρώ.
Ο υπολογισμός δεν περιορίζεται πάντοτε στην περιουσία που βρίσκεται στο όνομα του αποβιώσαντος κατά τον θάνατο.
Κατά το άρθρο 1827 ΑΚ, προστίθενται οι προβλεπόμενες χαριστικές παροχές προς μεριδούχους, συμπεριλαμβανομένων των γονικών παροχών, καθώς και οι δωρεές της τελευταίας πενταετίας, με τις νόμιμες εξαιρέσεις. Η πενταετία δεν αποτελεί ενιαίο χρονικό όριο για κάθε παροχή προς μεριδούχο.
Αν η υφιστάμενη κληρονομία δεν επαρκεί, μπορεί να ανακύψει αξίωση κατά λήπτη δωρεάς ή γονικής παροχής για το ποσό που λείπει, υπό τους όρους του άρθρου 1830 ΑΚ.
Η αξίωση νόμιμης μοίρας κατά του κληρονόμου παραγράφεται σε δύο έτη από τη λήξη του έτους μέσα στο οποίο ο δικαιούχος πληροφορήθηκε την ύπαρξή της, με απώτατο όριο είκοσι ετών από τον θάνατο.
Η ειδική αξίωση κατά λήπτη χαριστικής παροχής του άρθρου 1830 έχει διαφορετική παραγραφή: τρία έτη από τον θάνατο. Οι δύο προθεσμίες χρειάζονται χωριστό έλεγχο.
Η ιδιόγραφη διαθήκη διατηρείται. Κατά το άρθρο 1721 ΑΚ, γράφεται ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται και υπογράφεται από αυτόν.
Η χρονολογία πρέπει να προσδιορίζει ημέρα, μήνα και έτος. Ο νόμος προβλέπει ειδικούς κανόνες για εσφαλμένη ή ελλιπή χρονολογία, προσθήκες και εξωτερικά ελαττώματα, τα οποία χρειάζονται αυτοτελή αξιολόγηση.
Ο διαθέτης μπορεί να την καταθέσει αυτοπροσώπως σε συμβολαιογράφο για φύλαξη, κατά το άρθρο 1722 ΑΚ.
Η φύλαξη, η δημοσίευση και η κήρυξη μιας διαθήκης ως κυρίας αποτελούν διαφορετικά στάδια.
Το άρθρο 1763 ΑΚ διακρίνει ιδίως:
Για τις μη κατατεθειμένες προς φύλαξη διαθήκες, η δημοσίευση μετά την πάροδο δύο ετών από τον θάνατο συνδέεται με απαίτηση κήρυξης κυρίας ανεξάρτητα από την ιδιότητα του τιμωμένου. Η διάκριση από τις κατατεθειμένες διαθήκες επισημαίνεται και στη σχετική συμβολαιογραφική εγκύκλιο.
Το νέο άρθρο 808Α ΚΠολΔ προβλέπει κήρυξη με πράξη πιστοποιημένου συμβολαιογράφου, εξέταση δύο μαρτύρων και παράσταση του αιτούντος με δικηγόρο. Στις ειδικές περιπτώσεις του τρίτου και τέταρτου εδαφίου του άρθρου 1763 διατάσσεται γραφολογική πραγματογνωμοσύνη. Συνεπώς, δεν απαιτείται γενικώς πραγματογνωμοσύνη για κάθε ιδιόγραφη διαθήκη.
Η δημόσια διαθήκη συντάσσεται ενώπιον συμβολαιογράφου με δύο μάρτυρες ή δεύτερο συμβολαιογράφο και έναν μάρτυρα, κατά το άρθρο 1725 ΑΚ.
Η γενική ικανότητα σύνταξης διαθήκης προβλέπεται από τη συμπλήρωση του 16ου έτους, υπό τις λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις. Ο ανήλικος, όμως, δεν μπορεί να συντάξει ιδιόγραφη διαθήκη — άρθρα 1719 και 1723 ΑΚ.
Ειδική προστασία θεσπίζεται στο άρθρο 1724 για ορισμένες ιδιόγραφες διαθήκες προσώπων που περιθάλπονται σε φορείς υγείας ή κοινωνικής φροντίδας, κατά την περίθαλψη ή εντός τριμήνου από τη διακοπή της. Ο περιορισμός αφορά εγκατάσταση ως κληρονόμων προσώπων που συνδέονται με τους φορείς και των οριζόμενων συγγενικών τους προσώπων, με τη νόμιμη εξαίρεση όσων θα περιλαμβάνονταν στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους.
Όταν δεν υπάρχει διάταξη τελευταίας βούλησης που να ρυθμίζει τη διαδοχή, εφαρμόζονται οι κανόνες της εξ αδιαθέτου διαδοχής.
| Τάξη | Πρόσωπα που καλούνται |
|---|---|
| Πρώτη | Κατιόντες: παιδιά και, κατά τους κανόνες διαδοχής κατά ρίζες, εγγόνια κ.λπ. |
| Δεύτερη | Γονείς, αδέλφια και οι προβλεπόμενοι κατιόντες αδελφών |
| Τρίτη | Επιζών σύζυγος, όταν δεν υπάρχουν συγγενείς πρώτης και δεύτερης τάξης |
| Τέταρτη | Παππούδες, γιαγιάδες και οι προβλεπόμενοι κατιόντες τους |
| Πέμπτη | Πρόσωπο μόνιμης ελεύθερης ένωσης, υπό τις ειδικές προϋποθέσεις του νόμου |
| Έκτη | Δημόσιο |
Η ύπαρξη κληρονόμου προηγούμενης τάξης αποκλείει την επόμενη. Ο σύζυγος, πάντως, συντρέχει και με συγγενείς πρώτης ή δεύτερης τάξης, με τα ποσοστά του άρθρου 1810.
Για τον τελικό υπολογισμό εξετάζονται τυχόν προαποβίωση, αποποίηση, διαδοχή κατά ρίζες και ειδικές προσαυξήσεις — άρθρα 1808–1818 ΑΚ.
Τα βασικά ποσοστά του επιζώντος συζύγου είναι:
| Οικογενειακή σύνθεση | Βασική εξ αδιαθέτου μερίδα συζύγου |
|---|---|
| Σύζυγος και ένα παιδί | 1/3 |
| Σύζυγος και δύο ή περισσότερα παιδιά | 1/4 |
| Σύζυγος και συγγενείς δεύτερης τάξης | 1/2, με έλεγχο τυχόν ειδικής προσαύξησης |
| Σύζυγος χωρίς συγγενείς πρώτης και δεύτερης τάξης | Ολόκληρη η κληρονομία |
Υποθέτουμε καθαρή κληρονομία 300.000 ευρώ, χωρίς διαθήκη, άλλους δικαιούχους ή ειδικές περιστάσεις.
Σύζυγος και ένα παιδί: Ο σύζυγος λαμβάνει 100.000 ευρώ και το παιδί 200.000 ευρώ. Με τον προηγούμενο κανόνα τα αντίστοιχα ποσά ήταν 75.000 και 225.000 ευρώ.
Σύζυγος και δύο παιδιά: Ο σύζυγος λαμβάνει 75.000 ευρώ και κάθε παιδί 112.500 ευρώ. Στην περίπτωση αυτή το ποσοστό του συζύγου παραμένει 1/4.
Εφόσον στην κληρονομία περιλαμβάνεται το ακίνητο που αποτελούσε την κύρια κατοικία του ζευγαριού, ο επιζών σύζυγος δικαιούται αποκλειστική χρήση χωρίς αντάλλαγμα για ένα έτος από τον θάνατο.
Διατηρείται επίσης το εξαίρετο, δηλαδή η ειδική απόδοση ορισμένων οικιακών αντικειμένων, με συνεκτίμηση των αναγκών των παιδιών όπου επιβάλλεται.
Αντί της βασικής κληρονομικής μερίδας, ο σύζυγος μπορεί να ζητήσει δικαστικά επικαρπία σε αντικείμενα της κληρονομίας, μέσα σε τέσσερις μήνες από τη λήξη των προθεσμιών του άρθρου 1845 — άρθρο 1810 ΑΚ.
Χωριστά, κατά τη διανομή, το δικαστήριο μπορεί να του επιδικάσει την κυριότητα της οικογενειακής στέγης, με καταβολή της διαφοράς όταν η αξία υπερβαίνει τη μερίδα του — άρθρο 1885 ΑΚ.
Η εκκρεμής διαδικασία λύσης γάμου επηρεάζει τα δικαιώματα αυτά. Το άρθρο 1812 ΑΚ απαιτεί ιδιαίτερο έλεγχο της διαδικασίας και διακρίνει το εξ αδιαθέτου δικαίωμα από τη νόμιμη μοίρα.
Οι κληρονομικές συμβάσεις αιτία θανάτου επιτρέπουν πλέον τη συμβατική ρύθμιση της μελλοντικής διαδοχής. Μπορούν να περιλαμβάνουν εγκατάσταση κληρονόμου, κληροδοσία, καταπίστευμα ή άλλες προβλεπόμενες ρυθμίσεις.
Καταρτίζονται ενώπιον συμβολαιογράφου με αυτοπρόσωπη παρουσία. Οι δεσμευτικές διατάξεις τους δεν ανακαλούνται ελεύθερα μονομερώς. Προβλέπονται, πάντως, μεταγενέστερη συμφωνία, ειδικοί λόγοι ανάκλησης και περιπτώσεις υπαναχώρησης — άρθρα 1798–1807 ΑΚ.
Η σύμβαση ρυθμίζει τη διαδοχή μετά τον θάνατο. Δεν μεταβιβάζει αυτομάτως από τώρα την κυριότητα των περιουσιακών στοιχείων. Καταρχήν διατηρείται η ελευθερία διάθεσης εν ζωή, με τις συμβατικές και νομοθετικές επιφυλάξεις.
Τα άρθρα 1838–1843 ΑΚ επιτρέπουν σύμβαση παραίτησης από μελλοντικά κληρονομικά δικαιώματα:
Απαιτείται αυτοπρόσωπη δήλωση ενώπιον συμβολαιογράφου, χωρίς αίρεση ή προθεσμία. Σε περίπτωση αμφιβολίας, τα αποτελέσματα εκτείνονται και στους κατιόντες του παραιτηθέντος.
Αν συμφωνηθεί αντάλλαγμα εν ζωή, η παραίτηση δεν αναπτύσσει αποτελέσματα όταν αυτό δεν καταβληθεί μέσα σε έξι μήνες ή όταν κάποιος συμβαλλόμενος αποβιώσει πριν από την καταβολή.
Οι συμβάσεις αυτές μπορούν να καταρτίζονται από 16.09.2026, σύμφωνα με το άρθρο 33 παρ. 3. Μια άτυπη οικογενειακή συνεννόηση δεν εξασφαλίζει τα αποτελέσματα του νέου θεσμού.
Χρειάζεται διάκριση μεταξύ συμφώνου συμβίωσης και ελεύθερης ένωσης. Το σύμφωνο συμβίωσης του Ν. 4356/2015 υπάγεται σε ειδικό νομοθετικό καθεστώς, με ανάλογη εφαρμογή των κληρονομικών διατάξεων για συζύγους.
Για την ελεύθερη ένωση, το νέο άρθρο 1817 ΑΚ προβλέπει διαφορετικά δικαιώματα.
Όταν δεν καλείται σύζυγος, ο σύντροφος μπορεί να δικαιούται το εξαίρετο και την αποκλειστική δωρεάν χρήση της κύριας κατοικίας για ένα έτος. Απαιτείται μόνιμη ελεύθερη ένωση κατά τα τελευταία τρία έτη πριν από τον θάνατο. Για τα συγκεκριμένα δικαιώματα δεν απαιτείται η τριετία όταν έχουν αποκτηθεί κοινά παιδιά.
Η κτήση ολόκληρης της κληρονομίας έχει πρόσθετες προϋποθέσεις:
Η ειδική εξαίρεση από την τριετία για αυτήν την κληρονομική κλήση αφορά κοινά παιδιά που έχουν εκπέσει πριν ή μετά την επαγωγή.
Επομένως, η συμβίωση δεν δημιουργεί αυτομάτως για κάθε σύντροφο τα δικαιώματα του συζύγου.
Φροντίδα του αποβιώσαντος. Το άρθρο 1819 ΑΚ προβλέπει χρηματική κληροδοσία εκ του νόμου υπέρ προσώπου που παρείχε ουσιώδη φροντίδα, χωρίς αντάλλαγμα ή αντίστοιχη νόμιμη υποχρέωση, για τουλάχιστον έξι μήνες μέσα στην τελευταία τριετία. Το ποσό εξαρτάται από τις συγκεκριμένες υπηρεσίες και ανάγκες. Ο αποβιώσας μπορεί να αποκλείσει την κληροδοσία με διαθήκη.
Ανήλικοι κληρονόμοι. Το νέο άρθρο 1527 ΑΚ προβλέπει ειδική προστασία. Η δήλωση ελεύθερης διαχείρισης από τους γονείς απαιτεί δικαστική άδεια και συγκεκριμένες εγγυήσεις. Δεν συνεπάγεται επέκταση της ευθύνης του παιδιού στην ατομική του περιουσία, ενώ προβλέπεται προσωπική ευθύνη των γονέων σε ορισμένες περιπτώσεις.
Στέρηση νόμιμης μοίρας και αναξιότητα. Η στέρηση απαιτεί νόμιμο λόγο και διαθήκη. Τα άρθρα 1832 επ. περιλαμβάνουν σοβαρά παραπτώματα, όπως ενδοοικογενειακή βία και βαριά αχαριστία. Διαφορετικός θεσμός είναι η κληρονομική ανικανότητα ή αναξιότητα των άρθρων 1857 επ. Μια απλή οικογενειακή διαφωνία δεν αρκεί αυτομάτως για στέρηση του προστατευόμενου δικαιώματος.
Διανομή και επιχειρηματική διαδοχή. Το άρθρο 1883 διευρύνει τις δυνατότητες επιδίκασης μερίδας σε συγκληρονόμο έναντι της αγοραίας αξίας της. Στην εκκαθάριση, η οικογενειακή στέγη και η επιχείρηση εκποιούνται καταρχήν μετά τα λοιπά στοιχεία, με την εξαίρεση του άρθρου 1899. Η ρύθμιση δεν αποκλείει κάθε εκποίηση ή πλειστηριασμό.
Οι βασικές κληρονομικές ρυθμίσεις εφαρμόζονται σε θανάτους από τις 16 Σεπτεμβρίου 2026. Υπάρχουν ειδικές μεταβατικές εξαιρέσεις, ιδίως για διαθήκες, διανομή και ορισμένες παλιές κληρονομίες με χρέη. Για την επιλογή του σωστού καθεστώτος εξετάζονται μαζί τα άρθρα 33 και 41 του Ν. 5303/2026.
Καταρχήν εφαρμόζεται το προηγούμενο κληρονομικό δίκαιο. Η μεταγενέστερη αποδοχή ή δημοσίευση διαθήκης δεν αλλάζει από μόνη της αυτόν τον κανόνα. Χρειάζεται, όμως, έλεγχος των μεταβατικών εξαιρέσεων του άρθρου 33, όπως της εφαρμογής νέων κανόνων διανομής όταν δεν έχει ήδη ασκηθεί σχετική αγωγή.
Η κληρονομία εξακολουθεί να περιλαμβάνει και υποχρεώσεις. Για κληρονομίες που υπάγονται στο νέο καθεστώς, το άρθρο 1892 ΑΚ προστατεύει καταρχήν την ατομική περιουσία του κληρονόμου. Η προστασία έχει εξαιρέσεις, ιδίως όταν δηλωθεί ελεύθερη διαχείριση ή συντρέχουν οι περιπτώσεις του άρθρου 1895 ΑΚ.
Η αποποίηση παραμένει διαθέσιμη και ενδέχεται να αποτελεί κατάλληλη επιλογή. Η απόφαση εξαρτάται από το εφαρμοστέο δίκαιο, την περιουσία, τα χρέη και τις υποχρεώσεις διαχείρισης. Η προστασία της προσωπικής περιουσίας δεν καταργεί τις προθεσμίες αποποίησης ούτε σημαίνει ότι κάθε κληρονομία συμφέρει να διατηρηθεί.
Κατά το άρθρο 1845 ΑΚ, είναι τέσσερις μήνες από τη γνώση της επαγωγής και του λόγου της. Στις προβλεπόμενες περιπτώσεις κατοικίας ή διαμονής στο εξωτερικό είναι ένα έτος. Για κλήση από διάταξη τελευταίας βούλησης δεν αρχίζει πριν από τη δημοσίευσή της.
Εφόσον έχει αρχίσει και έχει συμπληρωθεί η εφαρμοστέα προθεσμία, η κληρονομία θεωρείται αποδεκτή και η εκπρόθεσμη αποποίηση είναι άκυρη, σύμφωνα με το άρθρο 1848 ΑΚ. Πρέπει προηγουμένως να ελεγχθούν η πραγματική αφετηρία, η τυχόν ετήσια προθεσμία και ενδεχόμενοι λόγοι αναστολής.
Όχι από μόνη της, υπό το νέο καθεστώς. Το άρθρο 1847 ΑΚ ορίζει ότι μόνο η πληρωμή των εξόδων κηδείας, η σύνταξη απογραφής ή η επιμέλεια δημοσίευσης διάταξης τελευταίας βούλησης δεν αρκούν για να συναχθεί αποδοχή. Άλλες ενέργειες του κληρονόμου αξιολογούνται χωριστά.
Η νόμιμη μοίρα διατηρείται ως χρηματική αξίωση κατά του κληρονόμου. Ανέρχεται στο μισό της αξίας της εξ αδιαθέτου μερίδας, κατά το άρθρο 1820 ΑΚ. Το δικαστήριο μπορεί, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις, να διατάξει αυτούσια απόδοση ποσοστού ή περιουσιακού στοιχείου αντίστοιχης αξίας.
Υπολογίζεται πρώτα η εξ αδιαθέτου μερίδα του και στη συνέχεια λαμβάνεται το μισό της αξίας της. Με δύο παιδιά, χωρίς σύζυγο και με βάση υπολογισμού 240.000 ευρώ, η νόμιμη μοίρα κάθε παιδιού είναι 60.000 ευρώ, εφόσον δεν υπάρχουν παροχές ή άλλες περιστάσεις που μεταβάλλουν τον υπολογισμό.
Ναι. Η ιδιόγραφη διαθήκη διατηρείται και πρέπει καταρχήν να είναι εξ ολοκλήρου χειρόγραφη, χρονολογημένη και υπογεγραμμένη από τον διαθέτη, κατά το άρθρο 1721 ΑΚ. Η εγκυρότητα και η παραγωγή αποτελεσμάτων της εξαρτώνται επίσης από την ικανότητα του διαθέτη και τους κανόνες δημοσίευσης και κήρυξης κυρίας.
Απαιτείται στις ειδικές περιπτώσεις του άρθρου 1763 ΑΚ, ιδίως όταν δεν είχε κατατεθεί από τον διαθέτη προς φύλαξη και δεν τιμώνται κατιόντες ή σύζυγος. Ειδικός κανόνας αφορά τη δημοσίευση μη κατατεθειμένης διαθήκης μετά τη διετία. Η διαδικασία και η τυχόν πραγματογνωμοσύνη ρυθμίζονται στο άρθρο 808Α ΚΠολΔ.
Χωρίς διάταξη τελευταίας βούλησης και υπό το νέο καθεστώς, ο σύζυγος λαμβάνει 1/3 με ένα παιδί και 1/4 με δύο ή περισσότερα παιδιά, σύμφωνα με το άρθρο 1810 ΑΚ. Τα ποσοστά αφορούν εξ αδιαθέτου διαδοχή και διαφέρουν από τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας.
Καλούνται οι κληρονόμοι με τη σειρά των άρθρων 1808–1818 ΑΚ. Προηγούνται οι κατιόντες, ακολουθούν οι συγγενείς δεύτερης τάξης, ενώ ο σύζυγος συντρέχει με αυτές τις τάξεις. Αν δεν υπάρχουν συγγενείς πρώτης και δεύτερης τάξης, ο σύζυγος κληρονομεί ολόκληρη την περιουσία, με τις νόμιμες προϋποθέσεις.
Ναι, υπό τις ειδικές προϋποθέσεις του άρθρου 1817 ΑΚ. Η κτήση ολόκληρης της κληρονομίας προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, απουσία καλούμενου συζύγου ή συγγενή και δικαστική βεβαίωση μετά από εμπρόθεσμη αίτηση. Τα δικαιώματα στο εξαίρετο και στην ετήσια χρήση της κατοικίας εξετάζονται χωριστά.
Ο νέος νόμος επιτρέπει κληρονομικές συμβάσεις αιτία θανάτου και συμβάσεις παραίτησης από μελλοντικά δικαιώματα, από 16.09.2026. Απαιτείται ο προβλεπόμενος συμβολαιογραφικός τύπος και τήρηση των άρθρων 1798 επ. ή 1838 επ. ΑΚ. Οι συμβάσεις αυτές διαφέρουν από την αποποίηση που γίνεται μετά τον θάνατο.
Το άρθρο 33 παρ. 8 προβλέπει εξάμηνη δυνατότητα αίτησης απογραφής από τη δημοσίευση του νόμου για ορισμένες παλιές κληρονομίες. Απαιτείται, μεταξύ άλλων, να μην έχει επιχειρηθεί αναγκαστική εκτέλεση κατά της ατομικής περιουσίας του κληρονόμου και να μη συντρέχει λόγος έκπτωσης από το ευεργέτημα.
Η αποποίηση, η αποδοχή, η διαχείριση κληρονομιαίων στοιχείων και η διεκδίκηση νόμιμης μοίρας έχουν διαφορετικές προϋποθέσεις και προθεσμίες.
Το δικηγορικό γραφείο Νικόλαος Σιαμάκης & Συνεργάτες παρέχει νομική υποστήριξη για κληρονομικές υποθέσεις, με έλεγχο του εφαρμοστέου δικαίου, των εγγράφων και των διαθέσιμων ενεργειών.
Για έλεγχο προθεσμιών, χρεών, διαθήκης ή αξίωσης νόμιμης μοίρας, μπορείτε να προχωρήσετε σε επικοινωνία με το γραφείο.
Η εφαρμογή των κανόνων εξαρτάται από τα πραγματικά περιστατικά και τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου.
Κάθε υπόθεση έχει ιδιαιτερότητες που χρήζουν προσοχής. Κλείστε online ραντεβού και λάβετε καθοδήγηση προσαρμοσμένη στη δική σας περίπτωση.
Greece’s new inheritance law introduces significant changes to the way estates pass to heirs, how inheritance debts are handled, and how close family members are protected.
Law 5303/2026, published in Government Gazette A΄ 81/22 May 2026, reforms the inheritance provisions of the Greek Civil Code. Its main provisions apply to the estates of individuals who die on or after 16 September 2026, subject to specific transitional rules.
The reform affects matters that arise in almost every inheritance case: acceptance and renunciation of an inheritance, handwritten wills, forced heirship, the surviving spouse’s entitlement, inheritance agreements and the protection of heirs against estate debts.
For families, property owners and people living abroad with inheritance interests in Greece, the first question is which legal framework applies to the particular estate.
Before accepting an inheritance, renouncing it or dealing with estate assets, three matters require immediate attention:
The new law provides important protections, but the consequences of an inheritance still depend on the facts of each case.
| Issue | Previous framework | New framework |
|---|---|---|
| Liability for estate debts | An ordinary heir could become liable with their personal assets; acceptance with the benefit of inventory provided a separate protective route. | The starting point is protection of the heir’s personal assets, subject to statutory exceptions. |
| Forced heirship | The protected entitlement generally operated as an inheritance share. | The forced share becomes, in principle, a monetary claim. |
| Spouse inheriting alongside one child | The spouse generally received one quarter. | The spouse receives one third. |
| Spouse inheriting alongside two or more children | The spouse generally received one quarter. | The spouse continues to receive one quarter. |
| Inheritance agreements | Agreements concerning a future inheritance were generally prohibited, subject to limited exceptions. | The law introduces inheritance agreements and agreements to waive future inheritance rights, subject to formal requirements. |
| Handwritten wills | Recognised, subject to statutory requirements. | Remain valid as a form of will, with revised safeguards concerning their operation and verification. |
| Unmarried partners and caregivers | Protection depended on the applicable legal basis and the circumstances. | Specific rights are introduced, subject to strict statutory conditions. |
The principal dividing line is 16 September 2026.
As a general rule, the new substantive inheritance provisions apply where the deceased dies on or after that date. Earlier deaths must be assessed under the previous framework, together with any relevant transitional provisions.
However, the date of death does not resolve every issue.
| Situation | What needs to be checked |
|---|---|
| Death on or after 16 September 2026 | The new inheritance framework generally applies. |
| Death before 16 September 2026 | The previous rules and any applicable transitional provisions must be examined. |
| A will made before the new framework takes effect | Its form and the testator’s capacity are governed by the relevant transitional rules. |
| Division of an estate after 16 September 2026 | The new division rules may apply even to an earlier death, subject to the conditions concerning proceedings already commenced. |
| An older estate with outstanding debts | The special transitional possibility of acceptance with the benefit of inventory may be relevant. |
Article 33(8) provides a special route for certain heirs of individuals who had died by the date of publication of the law and who had not made a timely declaration of acceptance with the benefit of inventory under the previous framework.
The provision allows the relevant application to be made within six months of publication, provided that the statutory conditions are satisfied. These include conditions relating to enforcement against the heir’s personal assets and grounds that would cause the benefit of inventory to be lost.
This is not a general extension of the deadline for renouncing an inheritance. It is a separate protective mechanism that requires an individual assessment.
One of the reform’s most significant changes concerns liability for estate debts.
Under the new framework, the starting point is that heirs do not answer for estate obligations with their personal assets. However, this protection is subject to exceptions.
An heir’s declaration choosing free administration and disposal of the estate, as well as conduct falling within the statutory grounds for personal liability, can change that position.
Assume that an estate contains assets worth €80,000 and debts totalling €130,000.
Under the new default framework, the heir’s personal assets are generally protected, provided that the relevant conditions are met and no exception applies.
This does not mean that the remaining €50,000 is automatically written off. The debts, the estate assets and the rights of creditors must be dealt with through the applicable legal procedures.
Heirs should obtain advice before selling estate assets, transferring money, distributing property or paying particular beneficiaries.
The law regulates, among other matters:
The practical lesson is straightforward: protection of personal assets does not give an heir unrestricted freedom to dispose of the estate.
The new framework provides for judicial liquidation, which may be requested by a person with a legitimate interest.
Following publication of the court decision, the estate is separated as a distinct pool of assets. An independent lawyer appointed as liquidator administers the liquidation in accordance with the statutory rules.
This mechanism is particularly relevant where the estate has substantial debts, competing claims or assets that cannot easily be divided.
The law contains provisions affecting the order in which assets are liquidated, including the family home and businesses.
However, these provisions do not create an absolute prohibition on the sale of a home or business. The estate’s financial position and the applicable statutory conditions remain decisive.
Heirs should also be aware that necessary liquidation expenses and the liquidator’s remuneration may, where estate assets are insufficient, give rise to a personal payment obligation under the relevant provisions.
Renunciation of an inheritance remains an important option.
The general deadline is four months from the time the heir becomes aware both of the devolution of the inheritance and of the legal basis on which they are called to inherit.
A one-year deadline applies in the circumstances specified by law, including where the deceased had their last domicile abroad or the heir was residing abroad when the relevant period began.
In testamentary succession, the period does not begin before publication of the will.
No. The date of death and the starting date of the renunciation period are not necessarily the same.
Knowledge of the inheritance and of the basis of the heir’s entitlement is central. The applicable rules on suspension must also be considered where relevant.
Renunciation is made through the formal declaration required by law before the competent court registry.
Where a representative acts on behalf of the heir, a special notarial power of attorney is required.
A prior express or tacit acceptance may prevent a valid renunciation.
Similarly, allowing the renunciation deadline to expire has legal consequences: the inheritance is deemed accepted, and a late renunciation is ineffective.
For that reason, heirs should seek advice before taking actions that may be treated as acceptance.
Under Greek law, inheritance is acquired automatically, subject to the statutory provisions governing renunciation and other requirements.
This must be distinguished from the formal steps necessary to document and register rights over inherited real estate.
Whether an heir’s conduct amounts to tacit acceptance depends on the circumstances.
The new framework clarifies that certain actions do not, by themselves, constitute acceptance, including:
Other dealings with estate assets may have different consequences and should be assessed before they are undertaken.
The reform substantially changes the operation of the forced share, known in Greek as νόμιμη μοίρα.
Descendants, parents and the surviving spouse may be entitled to a forced share where they would have inherited under the rules of intestate succession.
The protected entitlement is generally equal to half the value of the relevant intestate share.
Under the new framework, this entitlement takes the form, in principle, of a monetary claim, rather than an automatic ownership share in each estate asset. The law also provides for satisfaction in kind through the relevant judicial mechanism.
Assume that the deceased leaves:
Without a will, each child would have received €120,000.
The excluded child’s forced share is half that amount: €60,000, subject to the full statutory calculation and any other relevant facts.
The new approach can reduce situations in which every protected beneficiary automatically becomes a co-owner of inherited property. However, it may also create a substantial need for liquidity.
Yes.
The calculation may take account of gratuitous benefits, including parental gifts, in accordance with the statutory rules.
The five-year period applicable to certain gifts is not a universal rule excluding all older gifts. Benefits provided to a forced heir and other categories of gift require separate treatment.
Where the estate is insufficient, claims against recipients of gratuitous transfers may also arise, subject to the applicable conditions and limitation periods.
The monetary forced-share claim is subject to a two-year limitation period running from the end of the year in which the relevant knowledge is acquired, together with an ultimate twenty-year limit from death.
Claims against recipients of gratuitous transfers are subject to separate rules, including the relevant three-year period from death.
These deadlines concern different claims and should not be treated as interchangeable.
Handwritten wills have not been abolished.
A holographic will must meet the statutory requirements, including being written entirely by the testator’s own hand, dated and signed.
An incorrect date does not, by itself, necessarily invalidate the will.
The reform introduces important distinctions concerning deposit, publication and the procedure for judicial recognition of the will’s authenticity.
A testator may personally deposit a handwritten will with a notary for safekeeping.
The legal operation of a published handwritten will may differ depending on whether it was deposited by the testator, who benefits under it and whether additional verification is required.
Deposit, publication and judicial recognition of authenticity are separate legal steps.
In the cases specified by law, the procedure includes a handwriting expert’s report.
Additional safeguards may apply where the will benefits persons outside the close family circle or excludes descendants or a spouse, including notice and participation requirements.
A will therefore needs to be examined both for its wording and for the procedure required to give effect to it.
The reform also addresses:
The care-institution provisions apply under specific conditions and should not be understood as invalidating every will made by a person receiving care.
Where there is no effective testamentary disposition governing the estate, the rules of intestate succession determine who inherits.
The new framework establishes the following order:
| Class | Persons potentially called to inherit |
|---|---|
| First | Descendants, under the applicable rules of succession by branch. |
| Second | Parents, siblings and the specified descendants of predeceased siblings. |
| Third | The surviving spouse, where no relatives in the preceding classes are called. |
| Fourth | Grandparents and their specified descendants. |
| Fifth | A qualifying unmarried cohabiting partner, under the strict statutory conditions. |
| Sixth | The State. |
The surviving spouse also inherits alongside relatives in the first and second classes, in accordance with the applicable rules.
A relative in an earlier class generally excludes relatives in a later class. Within each class, the exact relationship and the rules on representation must be examined.
The spouse’s share is one of the changes most likely to affect everyday estate planning.
Where the deceased leaves a spouse and one child:
Example: In an estate worth €300,000, the spouse receives €100,000 and the child €200,000.
Under the previous general rule, the corresponding amounts would have been €75,000 and €225,000.
Where the deceased leaves a spouse and two or more children:
Example: In an estate worth €300,000, with a spouse and two children, the spouse receives €75,000, while each child receives €112,500.
The spouse’s basic share alongside second-class relatives is one half, subject to the special rules that may increase that entitlement.
The precise share must therefore be calculated by reference to the actual family structure.
The law provides additional protections concerning household items and the family home.
These include a right to exclusive use of the family home without payment for one year after death, subject to the statutory conditions.
The surviving spouse may also request a usufruct instead of the inheritance share within the specific statutory period: four months after expiry of the relevant renunciation period.
Separate provisions may allow the family home to be allocated to the spouse when the estate is divided, with payment of any necessary balancing amount.
Pending proceedings for dissolution of the marriage, and the relevant steps in a consensual divorce, may affect inheritance rights.
The conditions governing intestate rights and forced heirship are not identical. The procedural stage and, where required, the existence of a valid ground for divorce must be examined.
The reform introduces inheritance agreements, allowing succession arrangements to be made through a contract that satisfies the statutory requirements.
Such agreements require a notarial instrument and personal appearance of the parties.
Depending on their content, they may address the appointment of an heir, a legacy or other permitted succession arrangements.
An inheritance agreement is not generally revocable at will in the same way as a will.
Amendment or cancellation may require a new agreement in the prescribed form. Statutory rights of revocation or withdrawal may also arise in particular circumstances.
Not necessarily.
An inheritance agreement must be distinguished from an immediate lifetime transfer of property. The law regulates the deceased’s freedom to dispose of assets during life and the remedies available against certain gratuitous transfers intended to undermine the contractual beneficiary.
This makes the wording of the agreement particularly important.
The law also permits agreements waiving a future inheritance entitlement, in whole or in part.
A waiver may concern the forced share alone and may be made with or without consideration.
The agreement requires a notarial instrument and personal participation. The statutory restrictions on conditions and time clauses must also be observed.
Its effects may extend to the waiving party’s descendants, depending on the applicable rule and the agreement.
Where consideration is agreed, payment is particularly important: it must be made within the statutory six-month period and before the death of the relevant party, otherwise the agreement is ineffective under the applicable provision.
The new law introduces protection for a qualifying unmarried cohabiting partner.
These provisions should be distinguished from the separate legal position of a spouse or a partner in a civil partnership.
For certain rights concerning household items and use of the family home, the law generally requires permanent cohabitation for at least three years before death, unless the couple has common children and the relevant exception applies.
No.
An unmarried cohabiting partner may inherit the entire estate only under the narrow statutory conditions, including the absence of a spouse or qualifying relatives called to inherit.
Additional requirements concern the duration of cohabitation, common children and judicial confirmation.
The relevant court application must be made within the applicable statutory period.
The reform recognises a potential statutory legacy for a person who provided substantial care to the deceased.
The conditions include care provided for at least six months during the final three years of the deceased’s life, without compensation or a corresponding legal obligation.
The entitlement is generally monetary, with provision for satisfaction in kind through the applicable judicial mechanism.
A caregiver may also be an heir or a forced heir. Conversely, the deceased may exclude this statutory legacy by will.
Providing help to a relative does not automatically establish the claim: the nature, duration and legal basis of the care must be assessed.
Special safeguards apply where an heir is a minor.
The new framework regulates the circumstances in which parents may choose free administration of an inherited estate on the child’s behalf, including requirements for court approval and safeguards concerning parental assets and liability.
The child is not thereby exposed to personal liability for estate debts.
Parents may nevertheless face liability in the circumstances specified by law, including improper disposals and management involving fraud or gross negligence.
The reform also addresses disinheritance and incapacity to inherit.
Disinheritance of a forced heir requires a legally recognised ground and the appropriate testamentary provision. An ordinary family disagreement is not, by itself, sufficient.
The law also provides for automatic incapacity to inherit following specified final criminal convictions, including serious offences against the deceased.
This must be distinguished from cases in which unworthiness to inherit requires a court decision.
Each co-heir may seek division of the estate under the applicable rules.
The reform provides mechanisms that may allow assets to be allocated to particular heirs with financial adjustments, rather than leaving every asset in undivided co-ownership.
These provisions can be particularly important where the estate includes:
The rules on division must be considered together with creditor protection and any liquidation procedure. The existence of a family business does not remove the need to satisfy estate liabilities.
Its main substantive provisions apply to the estates of individuals who die on or after 16 September 2026, subject to specific transitional rules.
The previous framework generally remains relevant, but certain transitional provisions may apply, including rules concerning estate division and the special opportunity for acceptance with the benefit of inventory.
No. Holographic wills remain recognised, provided that the statutory requirements are met. The reform changes important aspects of their operation and verification.
Under the new default framework, personal assets are generally protected. However, statutory exceptions and the heir’s own declarations or conduct can lead to personal liability.
It remains an available and potentially appropriate option. The decision depends on the estate, the heir’s circumstances and the consequences of accepting or administering it.
The general period is four months from the relevant knowledge. A one-year period applies in the circumstances specified by law involving residence or domicile abroad.
Payment of funeral expenses does not, by itself, constitute acceptance under the relevant provision. Other actions must be assessed separately.
The protected entitlement generally becomes a monetary claim equal to half the value of the beneficiary’s intestate share, subject to the statutory calculation rules.
No. Different rules apply to different categories of gratuitous benefit. The five-year rule must not be treated as a universal exclusion of older gifts.
The spouse receives one third and the child two thirds under the new intestate succession rules.
The spouse receives one quarter. The two children share the remaining three quarters equally, assuming no other relevant circumstances.
No. The law provides specific rights for a qualifying cohabiting partner, subject to conditions. Those rights are not identical to the rights arising from marriage.
The reform permits inheritance agreements in the prescribed notarial form. Their binding effect, amendment and termination are governed by specific provisions.
Yes, through the statutory agreement and subject to the applicable formal and substantive requirements. Where consideration is agreed, payment deadlines are critical.
A caregiver may qualify for the statutory legacy where the conditions concerning substantial care, duration and absence of compensation or a corresponding legal obligation are met.
No. Protection of an heir’s personal assets must be distinguished from the treatment of estate assets. Inherited property may need to be sold or allocated as part of liquidation, satisfaction of claims or division.
The new inheritance framework creates opportunities for estate planning while making the correct handling of deadlines, documents and estate assets especially important.
Before renouncing an inheritance, disposing of inherited property, asserting a forced-share claim or signing an inheritance agreement, the applicable law and the facts of the estate should be examined together.
Nikolaos Siamakis & Associates provides legal assistance with wills, inheritance acceptance and renunciation, forced heirship claims, estate debts, inheritance disputes and succession planning.
Explore our inheritance and succession services or contact our law firm to discuss your case.
This article provides general information on the reform introduced by Law 5303/2026. The applicable rules and deadlines depend on the circumstances of each estate.
Μπορείτε να κανονίσετε ΑΜΕΣΑ και ΑΥΘΗΜΕΡΟΝ ψηφιακό ραντεβού online (Skype, Zoom, Meet, Viber, What’s up) με τον δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεσή σας. Εφόσον κριθεί απαραίτητο, το ραντεβού θα ολοκληρωθεί στα γραφεία μας, χωρίς επιπλέον κόστος για εσάς.
Siamakis & Partners © All Rights Reserved.
Κανένα προϊόν στο καλάθι σας.