Σε σημαντική πρόσφατη κρίση του ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου (ΣτΕ), αναδείχθηκε ένα κρίσιμο ζήτημα για φορολογούμενους που ελέγχονται λόγω τραπεζικών καταθέσεων και εμβασμάτων στο εξωτερικό: δεν αρκεί η ύπαρξη ενός εμβάσματος για να θεωρηθεί αυτομάτως ότι υπάρχει φορολογητέα προσαύξηση περιουσίας στο έτος αποστολής του.
Η φορολογική αρχή οφείλει να εξετάζει πότε πραγματικά εισήλθε το ποσό στην περιουσία του φορολογουμένου, αν προέρχεται από προηγούμενα φορολογημένα ή απαλλασσόμενα κεφάλαια και αν η μεταφορά έγινε απλώς από λογαριασμό του ίδιου προσώπου σε άλλον λογαριασμό του. Η απόφαση έχει ιδιαίτερη σημασία για φορολογικούς ελέγχους από τραπεζικές κινήσεις, εμβάσματα, ανάλωση κεφαλαίου και αμφισβήτηση καταλογισμών της ΑΑΔΕ.
Οι φορολογικοί έλεγχοι που βασίζονται σε τραπεζικές κινήσεις, καταθέσεις και εμβάσματα αποτελούν πλέον μία από τις συνηθέστερες και πιο απαιτητικές μορφές ελέγχου της φορολογικής διοίκησης. Ιδίως όταν εντοπίζονται ποσά που δεν φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, να καλύπτονται από τα δηλωθέντα εισοδήματα του φορολογουμένου, η ΑΑΔΕ μπορεί να τα αντιμετωπίσει ως προσαύξηση περιουσίας από άγνωστη πηγή ή αιτία.
Ωστόσο, η κρίσιμη νομική λεπτομέρεια είναι ότι δεν φορολογείται απλώς το έμβασμα ως κίνηση χρημάτων. Φορολογείται, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, η πραγματική περιουσιακή προσαύξηση και μάλιστα στο έτος κατά το οποίο αυτή επήλθε.
Η απόφαση που αναλύεται στο παρόν άρθρο είναι ιδιαίτερα σημαντική, διότι επαναφέρει στο επίκεντρο τρία βασικά ερωτήματα:
Η υπόθεση αφορούσε φορολογούμενη η οποία ελέγχθηκε για εμβάσματα που είχαν αποσταλεί στο εξωτερικό. Η φορολογική αρχή θεώρησε ότι μέρος των ποσών που μεταφέρθηκαν δεν καλυπτόταν από τα δηλωθέντα εισοδήματα και τα διαθέσιμα κεφάλαια της ελεγχόμενης. Για τον λόγο αυτό, προσδιόρισε διαφορά φορολογητέου εισοδήματος και καταλόγισε φόρο εισοδήματος και ειδική εισφορά αλληλεγγύης.
Η φορολογούμενη υποστήριξε ότι τα χρήματα δεν αποτελούσαν νέα περιουσιακή προσαύξηση της επίδικης χρήσης, αλλά προέρχονταν από κεφάλαια προηγούμενων ετών, τραπεζικά διαθέσιμα, εισοδήματα και συναλλαγές που είχαν λάβει χώρα σε προγενέστερο χρόνο. Επικαλέστηκε, μεταξύ άλλων, στοιχεία τραπεζικών λογαριασμών, μεταφορές ποσών και οικονομικά δεδομένα προηγούμενων χρήσεων.
Το δικαστήριο της ουσίας είχε δεχθεί τη νομιμότητα του καταλογισμού. Το ανώτατο δικαστήριο, όμως, έκρινε ότι η υπόθεση έπρεπε να εξεταστεί εκ νέου, διότι το κρίσιμο ζήτημα δεν ήταν απλώς ότι έγινε έμβασμα, αλλά αν η περιουσιακή προσαύξηση επήλθε πράγματι μέσα στη χρήση στην οποία φορολογήθηκε.
Η απόφαση ξεκαθαρίζει ότι η φορολογική διοίκηση μπορεί να χρησιμοποιεί στοιχεία τραπεζικών λογαριασμών, καταθέσεων και εμβασμάτων ως μέσα έμμεσης απόδειξης μη δηλωθέντος εισοδήματος. Όμως, η χρήση αυτών των στοιχείων δεν σημαίνει ότι κάθε τραπεζική κίνηση αποτελεί αυτομάτως φορολογητέο εισόδημα.
Το κρίσιμο σημείο είναι πότε το ποσό εισήλθε πραγματικά στην περιουσία του φορολογουμένου.
Αν το ποσό υπήρχε ήδη σε τραπεζικό λογαριασμό του φορολογουμένου από προηγούμενη χρήση και απλώς μεταφέρθηκε αργότερα σε άλλον λογαριασμό ή στο εξωτερικό, τότε η αποστολή του εμβάσματος δεν δημιουργεί από μόνη της νέα προσαύξηση περιουσίας.
Με άλλα λόγια:
Αυτό έχει τεράστια σημασία στην πράξη, διότι πολλές φορολογικές διαφορές δημιουργούνται όταν η φορολογική αρχή αντιμετωπίζει το έτος του εμβάσματος ως έτος δημιουργίας εισοδήματος, χωρίς να εξετάζει επαρκώς αν τα χρήματα προϋπήρχαν.
Το εφαρμοστέο πλαίσιο στηρίζεται, κατά βάση, στις διατάξεις για την προσαύξηση περιουσίας από άγνωστη ή μη επαρκώς τεκμηριωμένη πηγή, καθώς και στις διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας για τις ελεγκτικές εξουσίες της φορολογικής διοίκησης.
Η απόφαση αναφέρει ότι, κατά το άρθρο 48 παρ. 3 του προϊσχύσαντος Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, όπως συμπληρώθηκε με τον ν. 3888/2010, προσαύξηση περιουσίας από άγνωστη ή μη σταθερή πηγή μπορούσε να φορολογηθεί ως εισόδημα, εκτός αν ο φορολογούμενος αποδείκνυε την πραγματική πηγή ή αιτία της, ότι φορολογείται με άλλες διατάξεις ή ότι απαλλάσσεται από τον φόρο.
Παράλληλα, τα άρθρα 23 και 27 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας παρέχουν στη φορολογική διοίκηση εξουσία ελέγχου και δυνατότητα χρήσης έμμεσων τεχνικών προσδιορισμού της φορολογητέας ύλης, μεταξύ των οποίων και η αξιοποίηση τραπεζικών καταθέσεων.
Η υπαγωγή της υπόθεσης στο πλαίσιο αυτό γίνεται σε τέσσερα βήματα:
Πρώτον, η φορολογική αρχή εντόπισε εμβάσματα και τραπεζικές κινήσεις που, κατά την κρίση της, δεν καλύπτονταν πλήρως από τα δηλωθέντα εισοδήματα.
Δεύτερον, αντιμετώπισε τη διαφορά ως προσαύξηση περιουσίας άγνωστης πηγής και την υπήγαγε σε φορολογία εισοδήματος της χρήσης κατά την οποία πραγματοποιήθηκαν τα εμβάσματα.
Τρίτον, η φορολογούμενη αμφισβήτησε ότι η προσαύξηση δημιουργήθηκε στο συγκεκριμένο έτος, προβάλλοντας ότι τα ποσά προέρχονταν από προηγούμενα κεφάλαια και τραπεζικά διαθέσιμα.
Τέταρτον, το ανώτατο δικαστήριο έκρινε ότι το δικαστήριο της ουσίας όφειλε να εξετάσει ειδικά τον χρόνο κατά τον οποίο επήλθε η περιουσιακή προσαύξηση και να μην αρκεστεί στο γεγονός της αποστολής του εμβάσματος.
Οι έμμεσες τεχνικές ελέγχου είναι νόμιμο εργαλείο της φορολογικής διοίκησης. Η ΑΑΔΕ μπορεί να αξιοποιεί τραπεζικές κινήσεις, καταθέσεις, εμβάσματα, δαπάνες, περιουσιακά στοιχεία και άλλα δεδομένα για να ελέγξει αν υπάρχει μη δηλωθείσα φορολογητέα ύλη.
Όμως, η χρήση έμμεσων τεχνικών δεν απαλλάσσει τη διοίκηση από την υποχρέωση αιτιολόγησης. Η φορολογική αρχή οφείλει να συγκροτεί μία επαρκή και πειστική πραγματική βάση, βασισμένη σε αντικειμενικές και συγκλίνουσες ενδείξεις.
Σύμφωνα με τη νομολογιακή γραμμή που ακολουθεί η απόφαση, η ύπαρξη φορολογητέας ύλης μπορεί να αποδεικνύεται και με έμμεσες αποδείξεις, όπως τραπεζικές καταθέσεις και εμβάσματα, εφόσον αυτά δεν καλύπτονται από δηλωθέντα, φορολογηθέντα ή απαλλασσόμενα εισοδήματα ή από άλλη συγκεκριμένη και επαρκώς τεκμηριωμένη πηγή. Παράλληλα, ο φορολογούμενος μπορεί να προσκομίσει στοιχεία τόσο στον έλεγχο όσο και στην ενδικοφανή προσφυγή, αλλά δεν αρκεί να επικαλείται απλώς ύπαρξη χρηματικών διαθεσίμων· πρέπει να προκύπτει σύνδεση των συγκεκριμένων κεφαλαίων με τα ποσά που εντοπίστηκαν στους λογαριασμούς.
Ένα από τα σημαντικότερα σημεία της απόφασης είναι η διάκριση ανάμεσα σε:
Η μεταφορά χρημάτων με έμβασμα από τραπεζικό λογαριασμό του φορολογουμένου σε άλλον τραπεζικό λογαριασμό του ίδιου προσώπου δεν συνεπάγεται από μόνη της προσαύξηση περιουσίας.
Αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο σε υποθέσεις όπου ο φορολογούμενος διαθέτει περισσότερους λογαριασμούς, λογαριασμούς σε διαφορετικά νομίσματα ή λογαριασμούς σε ημεδαπά και αλλοδαπά πιστωτικά ιδρύματα. Η διοίκηση δεν μπορεί να απομονώνει μία τελική κίνηση και να την αντιμετωπίζει ως νέο εισόδημα, αν δεν έχει προηγουμένως εξετάσει την προέλευση, τη διαδρομή και τον χρόνο εισόδου των χρημάτων στην περιουσία.
Η απόφαση τονίζει ότι κρίσιμος δεν είναι κατ’ αρχήν ο χρόνος αποστολής του εμβάσματος, αλλά ο χρόνος κατάθεσης του ποσού στον λογαριασμό από τον οποίο εστάλη ή ακόμη και προγενέστερος χρόνος, εφόσον τότε επήλθε η αντίστοιχη περιουσιακή προσαύξηση.
Η απόφαση έχει ιδιαίτερη πρακτική αξία και ως προς το βάρος απόδειξης.
Η φορολογική διοίκηση φέρει κατ’ αρχήν το βάρος να αποδείξει την ύπαρξη μη δηλωθείσας φορολογητέας ύλης. Μπορεί να το κάνει με έμμεσες αποδείξεις, όμως οι ενδείξεις πρέπει να είναι αντικειμενικές, συγκλίνουσες και επαρκώς αιτιολογημένες.
Από την άλλη πλευρά, ο φορολογούμενος έχει τη δυνατότητα και την υποχρέωση, στην πράξη, να προσκομίσει στοιχεία που εξηγούν την προέλευση των χρημάτων. Δεν αρκεί όμως μία γενική επίκληση ότι υπήρχαν παλαιά κεφάλαια. Χρειάζεται τεκμηρίωση που να συνδέει τα συγκεκριμένα διαθέσιμα με τα συγκεκριμένα ποσά που ελέγχονται.
Η ισορροπία είναι λεπτή:
Αν το δικαστήριο δεν μπορεί να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση για το αν η προσαύξηση επήλθε εντός ή εκτός της χρήσης του εμβάσματος, πρέπει να αποφανθεί κατανέμοντας το βάρος απόδειξης, το οποίο κατ’ αρχήν επιρρίπτεται στη φορολογική διοίκηση.
Το ανώτατο δικαστήριο οδηγήθηκε στην κρίση του επειδή διαπίστωσε ότι το δικαστήριο της ουσίας είχε δεχθεί, αφενός, ότι υπήρχε μεταφορά σημαντικού ποσού σε προγενέστερη χρήση προς λογαριασμό που τροφοδότησε τα επίμαχα εμβάσματα και, αφετέρου, ότι η προσαύξηση φορολογήθηκε ως εισόδημα της μεταγενέστερης χρήσης κατά την οποία πραγματοποιήθηκαν τα εμβάσματα.
Η κρίσιμη αντίφαση ή ελλιπής αξιολόγηση βρισκόταν ακριβώς εδώ: εφόσον είχε γίνει δεκτό ότι ποσό είχε μεταφερθεί σε λογαριασμό πριν από τη χρήση στην οποία επιβλήθηκε ο φόρος, έπρεπε να εξεταστεί αν η περιουσιακή προσαύξηση είχε επέλθει τότε και όχι κατά τον χρόνο αποστολής των εμβασμάτων.
Το δικαστήριο έκρινε ότι δεν αρκεί να απορρίπτονται τα στοιχεία που επικαλείται ο φορολογούμενος για προηγούμενα κεφάλαια, χωρίς να εξετάζεται με πληρότητα ο χρόνος δημιουργίας της περιουσιακής προσαύξησης. Η υπόθεση, επομένως, έπρεπε να επανεξεταστεί ως προς το κρίσιμο αυτό νομικό και πραγματικό ζήτημα.
Η απόφαση έχει ιδιαίτερη σημασία για φορολογούμενους που αντιμετωπίζουν ελέγχους λόγω:
Το μήνυμα είναι σαφές: η φορολογική αρχή μπορεί να ελέγχει, αλλά πρέπει να αιτιολογεί. Ο φορολογούμενος μπορεί να αμφισβητεί, αλλά πρέπει να τεκμηριώνει. Και το δικαστήριο πρέπει να εξετάζει όχι μόνο αν υπήρξε τραπεζική κίνηση, αλλά αν υπήρξε πραγματική φορολογητέα προσαύξηση στο συγκεκριμένο έτος.
Σε περίπτωση ελέγχου για τραπεζικές καταθέσεις ή εμβάσματα, είναι κρίσιμο να εξετάζονται άμεσα:
Η απόφαση αποτελεί σημαντική υπενθύμιση ότι ο φορολογικός έλεγχος τραπεζικών λογαριασμών δεν μπορεί να λειτουργεί με αυτοματισμούς. Το έμβασμα δεν είναι από μόνο του εισόδημα. Η τραπεζική μεταφορά δεν είναι από μόνη της προσαύξηση περιουσίας. Και η φορολόγηση πρέπει να συνδέεται με τον πραγματικό χρόνο κατά τον οποίο το ποσό εισήλθε στην περιουσία του φορολογουμένου.
Για φορολογούμενους που αντιμετωπίζουν καταλογισμούς λόγω εμβασμάτων, τραπεζικών καταθέσεων ή έμμεσων τεχνικών ελέγχου, η έγκαιρη νομική αξιολόγηση μπορεί να είναι καθοριστική. Η σωστή τεκμηρίωση, η ανάλυση της τραπεζικής διαδρομής των χρημάτων και η προβολή των κατάλληλων νομικών ισχυρισμών μπορούν να κρίνουν την έκβαση μιας φορολογικής διαφοράς.
Ναι, αλλά όχι αυτόματα. Πρέπει να αποδεικνύεται ότι το ποσό αποτελεί προσαύξηση περιουσίας από άγνωστη ή μη επαρκώς τεκμηριωμένη πηγή και ότι δεν καλύπτεται από δηλωθέντα, φορολογηθέντα ή απαλλασσόμενα εισοδήματα.
Όχι. Το έμβασμα μπορεί να αποτελέσει αφορμή ελέγχου, αλλά κρίσιμο είναι αν το ποσό εισήλθε πράγματι στην περιουσία του φορολογουμένου κατά το έτος του εμβάσματος.
Αν αποδεικνύεται ότι τα χρήματα υπήρχαν ήδη σε προηγούμενη χρήση, τότε δεν μπορεί να θεωρηθεί αυτομάτως ότι δημιουργήθηκε νέα φορολογητέα προσαύξηση στο έτος αποστολής του εμβάσματος.
Η απλή μεταφορά χρημάτων από λογαριασμό του ίδιου προσώπου σε άλλον λογαριασμό του ίδιου προσώπου δεν συνιστά από μόνη της προσαύξηση περιουσίας.
Κατ’ αρχήν, η φορολογική διοίκηση φέρει το βάρος απόδειξης της μη δηλωθείσας φορολογητέας ύλης. Ο φορολογούμενος, όμως, πρέπει να προσκομίσει συγκεκριμένα και επαρκή στοιχεία για την πηγή και τη διαδρομή των χρημάτων που επικαλείται.
Συνήθως απαιτούνται τραπεζικά statements, βεβαιώσεις τραπεζών, δηλώσεις εισοδήματος, εκκαθαριστικά, συμβόλαια, αποδεικτικά πώλησης περιουσιακών στοιχείων, στοιχεία δωρεών ή δανείων και κάθε έγγραφο που συνδέει τα κεφάλαια με τη συγκεκριμένη τραπεζική κίνηση.
Ναι. Αν η φορολογική αρχή ή το δικαστήριο δεν εξετάσει επαρκώς πότε πραγματικά επήλθε η περιουσιακή προσαύξηση, μπορεί να υπάρχει σοβαρός λόγος ακύρωσης ή μεταρρύθμισης της πράξης.
Κάθε υπόθεση έχει ιδιαιτερότητες που χρήζουν προσοχής. Κλείστε online ραντεβού και λάβετε καθοδήγηση προσαρμοσμένη στη δική σας περίπτωση.
Μπορείτε να κανονίσετε ΑΜΕΣΑ και ΑΥΘΗΜΕΡΟΝ ψηφιακό ραντεβού online (Skype, Zoom, Meet, Viber, What’s up) με τον δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεσή σας. Εφόσον κριθεί απαραίτητο, το ραντεβού θα ολοκληρωθεί στα γραφεία μας, χωρίς επιπλέον κόστος για εσάς.
Siamakis & Partners © All Rights Reserved.
Κανένα προϊόν στο καλάθι σας.