Μια διαφωνία για ανεξόφλητα τιμολόγια, την εκτέλεση μιας σύμβασης ή μια εταιρική συνεργασία δεν οδηγείται πάντοτε στα δικαστήρια. Αν υπάρχει έγκυρη διαιτητική ρήτρα, η διαφορά μπορεί να πρέπει να κριθεί από διαιτητικό δικαστήριο.
Ο Ν. 5344/2026 εισάγει ενιαίο πλαίσιο για την εσωτερική και τη διεθνή διαιτησία. Ρυθμίζει τη συμφωνία των μερών, την επιλογή των διαιτητών, τη διαδικασία, τα ασφαλιστικά μέτρα, τη χρηματοδότηση από τρίτους και την προσβολή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης.
Για τον ιδιώτη ή την επιχείρηση, το πρώτο πρακτικό βήμα είναι ο έλεγχος της σύμβασης: ποια διαφορά καλύπτει η ρήτρα, πώς ενεργοποιείται και ποιες ενέργειες πρέπει να γίνουν εγκαίρως;
Η διαιτησία είναι διαδικασία επίλυσης μιας διαφοράς από έναν ή περισσότερους διαιτητές, βάσει συμφωνίας των μερών. Ολοκληρώνεται με δεσμευτική απόφαση.
Η διαμεσολάβηση λειτουργεί διαφορετικά: ο διαμεσολαβητής βοηθά τις πλευρές να διαπραγματευτούν, ενώ η επίτευξη συμφωνίας εξαρτάται από την αποδοχή τους.
| Ζήτημα | Διαιτησία | Διαμεσολάβηση |
|---|---|---|
| Ρόλος τρίτου προσώπου | Κρίνει τη διαφορά | Βοηθά τη διαπραγμάτευση |
| Τελικό αποτέλεσμα | Διαιτητική απόφαση | Συμφωνία, εφόσον την αποδεχθούν τα μέρη |
| Χρειάζεται αποδοχή του αποτελέσματος; | Η απόφαση δεσμεύει υπό τις προϋποθέσεις του νόμου | Χρειάζεται συναίνεση στους όρους του συμβιβασμού |
| Έλεγχος του αποτελέσματος | Προβλέπεται ειδικός ακυρωτικός έλεγχος | Ελέγχονται η συμφωνία και οι προϋποθέσεις ισχύος και εκτελεστότητάς της |
Η συμφωνία να υπαχθεί μια διαφορά σε διαιτησία δεν σημαίνει ότι κάθε πλευρά διατηρεί δικαίωμα να απορρίψει την απόφαση επειδή δεν τη συμφέρει.
Το Μέρος Β΄ του Κώδικα, που περιλαμβάνει τα άρθρα 20–72, τίθεται κατά κανόνα σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2027.
Οι μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 72 διακρίνουν:
Υπάρχει επίσης ειδική ρύθμιση, ήδη σε ισχύ από τη δημοσίευση του νόμου, για αιτήσεις διόρθωσης ή ερμηνείας αποφάσεων εθνικής διαιτησίας που υποβάλλονται από 1.1.2026: το άρθρο 72 παρ. 8 προβλέπει διετή προθεσμία από την έκδοση της απόφασης, επί ποινή απαραδέκτου.
Η ημερομηνία της σύμβασης, η έναρξη της διαιτησίας και η έκδοση της απόφασης πρέπει να εξετάζονται χωριστά.
Κατά το άρθρο 22, μπορούν να υπαχθούν σε διαιτησία διαφορές ιδιωτικού δικαίου, εφόσον τα μέρη έχουν εξουσία διάθεσης του αντικειμένου τους.
Στην πράξη, ο έλεγχος μπορεί να αφορά απαιτήσεις από εμπορικές συμβάσεις, έργα, προμήθειες, υπηρεσίες ή εταιρικές συνεργασίες. Απαιτείται πάντοτε εξέταση της συγκεκριμένης αξίωσης και της συμφωνίας.
Για τις εργατικές διαφορές της παρ. 3 του άρθρου 614 ΚΠολΔ και τις διαφορές του Ν. 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών, ο Κώδικας προβλέπει ειδικό περιορισμό: η συμφωνία διαιτησίας πρέπει να είναι μεταγενέστερη της γέννησης της διαφοράς.
Επομένως, ένας προδιατυπωμένος όρος σε σύμβαση εργασίας ή καταναλωτική σύμβαση δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι πληρούται η συγκεκριμένη προϋπόθεση.
Η συμφωνία διαιτησίας μπορεί να περιλαμβάνεται ως ρήτρα σε σύμβαση ή να αποτελεί χωριστή συμφωνία.
Το άρθρο 28 αναγνωρίζει και ηλεκτρονική καταγραφή που επιτρέπει να διαπιστωθεί η προέλευσή της και να υπάρχει πρόσβαση στο περιεχόμενο της συμφωνίας. Προβλέπει επίσης ενσωμάτωση ρήτρας μέσω παραπομπής σε άλλο έγγραφο, εφόσον η παραπομπή την καθιστά μέρος της σύμβασης.
Ο έλεγχος πρέπει να απαντά:
Η διαιτητική ρήτρα αντιμετωπίζεται ως αυτοτελής συμφωνία έναντι των υπόλοιπων όρων. Κατά το άρθρο 41, η ακυρότητα της σύμβασης δεν συνεπάγεται αυτοδικαίως ακυρότητα της ρήτρας διαιτησίας.
Για παράδειγμα, η αμφισβήτηση του κύρους μιας σύμβασης συνεργασίας δεν σημαίνει από μόνη της ότι η σχετική διαφορά μπορεί να παρακάμψει τη διαιτητική διαδικασία.
Το άρθρο 28 συνδέει την ανεπιφύλακτη συμμετοχή με τεκμαιρόμενη κατάρτιση συμφωνίας διαιτησίας. Το άρθρο 25 προβλέπει επίσης συνέπειες όταν ένα μέρος γνωρίζει συγκεκριμένη διαδικαστική παράβαση και συνεχίζει χωρίς έγκαιρη αντίρρηση.
Η ένσταση έλλειψης δικαιοδοσίας προβάλλεται, κατά το άρθρο 41, το αργότερο με την απάντηση στην αγωγή, με τις ειδικότερες εξαιρέσεις της διάταξης.
Η αμφισβήτηση πρέπει να διατυπώνεται εγκαίρως και με συγκεκριμένο περιεχόμενο.
Εφόσον δεν υπάρχει διαφορετική συμφωνία, η διαιτησία αρχίζει όταν η προσφυγή γνωστοποιηθεί σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται.
Το άρθρο 47 προβλέπει δικαίωμα απάντησης επί της προσφυγής μέσα σε 30 ημέρες από τη γνωστοποίηση, εκτός αν τα μέρη έχουν συμφωνήσει διαφορετικά.
Η απάντηση αυτή πρέπει να διακρίνεται από το μεταγενέστερο δικόγραφο απάντησης στην αγωγή του άρθρου 49, για το οποίο ισχύουν οι προθεσμίες που ορίζουν τα μέρη ή το διαιτητικό δικαστήριο.
Μόλις λάβετε γνωστοποίηση:
Το άρθρο 24 επιτρέπει, υπό τις προϋποθέσεις του, γνωστοποιήσεις και σε ηλεκτρονική διεύθυνση. Για προθεσμίες ενεργειών ενώπιον τακτικών δικαστηρίων, εφαρμόζονται οι διατάξεις του ΚΠολΔ περί επιδόσεων.
Όταν στην ουσία της διαφοράς εφαρμόζεται ελληνικό δίκαιο, το άρθρο 47 συνδέει την έναρξη της διαιτησίας με διακοπή της παραγραφής, σύμφωνα με τις διατάξεις που παραπέμπει.
Δεν αρκεί να θεωρηθεί ότι μια άτυπη διαπραγμάτευση ή ένα απλό μήνυμα διαμαρτυρίας ισοδυναμεί με την προβλεπόμενη προσφυγή.
Τα μέρη καθορίζουν ελεύθερα τον αριθμό των διαιτητών, ο οποίος πρέπει να είναι μονός. Αν δεν συμφωνήσουν διαφορετικά, οι διαιτητές είναι τρεις, σύμφωνα με το άρθρο 32.
Στην τριμελή σύνθεση, όταν δεν έχει συμφωνηθεί άλλη διαδικασία, κάθε μέρος ορίζει έναν διαιτητή και οι δύο επιλέγουν τον τρίτο.
Αν ένα μέρος δεν ορίσει διαιτητή μέσα σε 30 ημέρες από το σχετικό αίτημα ή οι δύο διαιτητές δεν συμφωνήσουν στον τρίτο μέσα στη νόμιμη προθεσμία, προβλέπεται δικαστική συνδρομή.
Ο διαιτητής που ορίζεται από μια πλευρά οφείλει να παραμένει ανεξάρτητος και αμερόληπτος.
Κατά το άρθρο 36, πρέπει να γνωστοποιεί περιστάσεις που μπορούν να δημιουργήσουν εύλογες αμφιβολίες για την ανεξαρτησία ή την αμεροληψία του.
Ελλείψει διαφορετικής συμφωνημένης διαδικασίας, το άρθρο 37 προβλέπει αποκλειστική προθεσμία 15 ημερών για την υποβολή αίτησης εξαίρεσης, από τη γνώση της συγκρότησης του δικαστηρίου ή του σχετικού λόγου.
Ο νέος γενικός κανόνας του άρθρου 33 αποκλείει τον ορισμό εν ενεργεία δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών.
Ωστόσο, το άρθρο 72 διατηρεί προγενέστερες συμφωνίες που προβλέπουν τέτοιο ορισμό. Συνεπώς, η ημερομηνία κατάρτισης της ρήτρας έχει σημασία.
Η διαιτησία μπορεί να οργανωθεί:
Κατά τα άρθρα 45–48, ιδιαίτερη σημασία έχουν ο τόπος της διαιτησίας, η γλώσσα και οι διαδικαστικοί κανόνες.
Ο τόπος της διαιτησίας δεν ταυτίζεται υποχρεωτικά με τον χώρο κάθε συνεδρίασης. Το άρθρο 46 επιτρέπει, υπό τις προϋποθέσεις του, συνεδριάσεις σε άλλο μέρος και με πρόσφορο τρόπο.
Το άρθρο 45 παραπέμπει στη συμφωνία των μερών και, ελλείψει συμφωνίας, στη ρύθμιση της διαδικασίας από το διαιτητικό δικαστήριο, και για το ζήτημα της εμπιστευτικότητας.
Εάν η διαφορά αφορά εμπορικά μυστικά, οικονομικά δεδομένα ή τεχνικές πληροφορίες, πρέπει να αποσαφηνιστούν:
Η παράσταση με δικηγόρο ή η εκπροσώπηση από δικηγόρο δεν μπορεί να αποκλειστεί.
Η διαιτητική διαδικασία απαιτεί σαφή αιτήματα και τεκμηρίωση.
Ο ενάγων εκθέτει το αντικείμενο της διαφοράς, το αίτημα και τα πραγματικά περιστατικά που το θεμελιώνουν. Ο εναγόμενος απαντά και αναπτύσσει τη δική του θέση.
Για μια εμπορική διαφορά, ο φάκελος μπορεί να περιλαμβάνει:
| Κατηγορία | Ενδεικτικά στοιχεία |
|---|---|
| Συμβατική σχέση | Σύμβαση, παραρτήματα, τροποποιήσεις |
| Εκτέλεση υποχρεώσεων | Παραδόσεις, παραλαβές, αναφορές εργασιών |
| Οικονομική απαίτηση | Τιμολόγια, πληρωμές, αναλυτικό υπολογισμό |
| Αμφισβητήσεις | Αλληλογραφία, γνωστοποιήσεις ελαττωμάτων, διαμαρτυρίες |
| Τεχνικά ζητήματα | Εκθέσεις, μετρήσεις, τεχνικά αρχεία |
| Εκπροσώπηση | Εταιρικά έγγραφα και εξουσιοδοτήσεις |
Τα άρθρα 52–54 προβλέπουν πραγματογνωμοσύνη, προσκόμιση κρίσιμων εγγράφων και δικαστική συνδρομή στη διεξαγωγή αποδείξεων.
Η αδράνεια του εναγομένου δεν σταματά αναγκαστικά τη διαδικασία. Το άρθρο 51 επιτρέπει τη συνέχισή της και, υπό τις προϋποθέσεις του, την έκδοση απόφασης βάσει των διαθέσιμων αποδείξεων.
Η παράλειψη απάντησης δεν αποτελεί από μόνη της ομολογία. Παρ’ όλα αυτά, η απουσία στερεί από το μέρος την ευκαιρία να αναπτύξει αποτελεσματικά την άμυνά του.
Η συμφωνία διαιτησίας δεν αποκλείει την προσφυγή στο αρμόδιο τακτικό δικαστήριο για ασφαλιστικά μέτρα, πριν ή μετά την έναρξη της διαιτησίας.
Το άρθρο 43 παρέχει και στο διαιτητικό δικαστήριο εξουσία λήψης ασφαλιστικών μέτρων, με την επιφύλαξη αντίθετης συμφωνίας.
Απαιτείται επείγουσα περίπτωση ή επικείμενος κίνδυνος και πιθανολόγηση του δικαιώματος. Προβλέπονται επίσης δυνατότητα εγγυοδοσίας και ειδικές προϋποθέσεις δικαστικής αναγνώρισης και εκτελεστότητας των μέτρων.
Πρακτικό παράδειγμα: επιχείρηση διεκδικεί συμβατική οφειλή και υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία κινδύνου για τη μελλοντική ικανοποίησή της. Ο έλεγχος προσωρινής προστασίας πρέπει να γίνει παράλληλα με την προετοιμασία της κύριας προσφυγής.
Το κόστος δεν καθορίζεται από ένα ενιαίο ποσό για κάθε υπόθεση.
Πριν ενεργοποιηθεί η διαδικασία, χρειάζεται εκτίμηση για:
Το άρθρο 60 παρ. 5 προβλέπει ότι, αν δεν υπάρχει συμφωνία, οι αμοιβές διαιτητή και επιδιαιτητή ορίζονται βάσει της ελάχιστης αμοιβής του ισχύοντος πίνακα του κανονισμού του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου.
Με την επιφύλαξη διαφορετικής συμφωνίας, το διαιτητικό δικαστήριο επιμερίζει τη δαπάνη λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις, τη διαδικασία και ιδίως την έκβαση της διαιτησίας. Στη δαπάνη περιλαμβάνονται και οι εύλογες δαπάνες υποστήριξης των μερών.
Δεν πρέπει επομένως να θεωρείται δεδομένο ούτε ότι τα έξοδα μοιράζονται πάντοτε στη μέση ούτε ότι κάθε ποσό που καταβλήθηκε θα ανακτηθεί ολόκληρο.
Τα άρθρα 66–70 ρυθμίζουν τη χρηματοδότηση από τρίτο.
Προβλέπουν γνωστοποίηση της ύπαρξης της χρηματοδότησης και της ταυτότητας του χρηματοδότη, καθώς και έλεγχο πιθανών συγκρούσεων συμφερόντων.
Η ύπαρξη χρηματοδότησης δεν τεκμαίρει από μόνη της οικονομική αδυναμία του χρηματοδοτούμενου μέρους ούτε αρκεί αυτοτελώς για να δικαιολογήσει αίτημα εγγυοδοσίας για τη δαπάνη.
Η διαιτητική απόφαση συντάσσεται εγγράφως. Επιτρέπεται και ηλεκτρονική μορφή με την προβλεπόμενη εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή.
Κατά κανόνα είναι αιτιολογημένη, με τις εξαιρέσεις και δυνατότητες συμφωνίας του άρθρου 59.
Μετά την παραλαβή της, ελέγχονται:
Το άρθρο 61 προβλέπει διόρθωση λογιστικών ή γραφικών λαθών, ερμηνεία και συμπληρωματική απόφαση.
Στον γενικό κανόνα του νέου πλαισίου, η αίτηση διόρθωσης ή ερμηνείας υποβάλλεται μέσα σε 30 ημέρες από την επίδοση, ή μέσα σε διαφορετική συμφωνημένη προθεσμία. Για συμπληρωματική απόφαση, η διάταξη αναφέρεται σε 30 ημέρες από την παράδοση, με τις επιφυλάξεις που προβλέπει.
Η διάκριση μεταξύ παράδοσης και επίδοσης είναι ουσιώδης, όπως και ο έλεγχος της ειδικής μεταβατικής διάταξης του άρθρου 72 παρ. 8.
Ναι. Κατά το άρθρο 58, εάν τα μέρη συμβιβαστούν, η διαιτησία περατώνεται. Με αίτημά τους και εφόσον συμφωνεί το διαιτητικό δικαστήριο, ο συμβιβασμός μπορεί να καταγραφεί σε διαιτητική απόφαση με την ίδια ισχύ που έχει μια απόφαση επί της ουσίας.
Ο γενικός κανόνας του άρθρου 63 είναι ότι οι διαιτητικές αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα.
Μπορεί, όμως, να προβλέπεται προσφυγή σε δευτεροβάθμιο διαιτητικό δικαστήριο, με συμφωνία ή ειδικό νόμο. Η σχετική συμφωνία πρέπει να ρυθμίζει τουλάχιστον την προθεσμία, τη διαδικασία και τη συγκρότησή του.
Η αγωγή ακύρωσης δεν αποτελεί γενική επανάληψη της δίκης επειδή μια πλευρά διαφωνεί με την αξιολόγηση των αποδείξεων.
Το άρθρο 62 προβλέπει περιοριστικά λόγους, όπως:
Κατά το νέο πλαίσιο, αρμόδιος για την αγωγή ακύρωσης είναι ο Άρειος Πάγος.
Η γενική προθεσμία είναι τρεις μήνες από την επίδοση της απόφασης, με ειδικές ρυθμίσεις όταν μεσολαβεί διόρθωση, ερμηνεία, συμπληρωματική απόφαση ή προβλεπόμενη δευτεροβάθμια διαιτητική προσφυγή.
Όχι αυτομάτως.
Το άρθρο 63 παρ. 4 προβλέπει χωριστή δυνατότητα αναστολής, εφόσον έχει ασκηθεί παραδεκτά αγωγή ακύρωσης και πιθανολογείται ότι θα ευδοκιμήσει κάποιος λόγος της.
Αντίθετα, η εμπρόθεσμη άσκηση παραδεκτής προσφυγής σε προβλεπόμενο δευτεροβάθμιο διαιτητικό δικαστήριο έχει τις ανασταλτικές συνέπειες της παρ. 2.
Η διαιτητική απόφαση παράγει δεδικασμένο από την έκδοσή της και είναι εκτελεστή, υπό τις ειδικότερες ρυθμίσεις του άρθρου 63.
Όταν πρόκειται να εκτελεστεί στην Ελλάδα, το άρθρο 60 παρ. 6 προβλέπει την κατάθεση πρωτοτύπου στη γραμματεία του αρμόδιου Μονομελούς Πρωτοδικείου, κατόπιν αιτήματος.
Ακολουθεί έλεγχος και τήρηση των απαιτούμενων πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης. Η κατοχή ενός αντιγράφου της απόφασης δεν υποκαθιστά αυτές τις ενέργειες.
Για αλλοδαπές διαιτητικές αποφάσεις, το άρθρο 64 παραπέμπει στη Σύμβαση της Νέας Υόρκης και προβλέπει έγγραφη αίτηση στο αρμόδιο δικαστήριο για αναγνώριση και κήρυξη εκτελεστότητας. Μπορεί να απαιτηθεί επίσημη μετάφραση.
Όχι. Τα μέρη μπορούν να συνάψουν χωριστή συμφωνία μετά τη γέννηση της διαφοράς. Για τις ειδικά προβλεπόμενες εργατικές και καταναλωτικές διαφορές, η μεταγενέστερη συμφωνία αποτελεί προϋπόθεση.
Η άσκηση αγωγής δεν εξουδετερώνει τη ρήτρα. Το άρθρο 30 προβλέπει παραπομπή σε διαιτησία κατόπιν του προβλεπόμενου αιτήματος διαδίκου, εκτός αν η συμφωνία είναι άκυρη, ανενεργός ή μη δεκτική εφαρμογής.
Ο αριθμός συμφωνείται και πρέπει να είναι μονός. Χωρίς συμφωνία, ο νόμος προβλέπει τρεις.
Όχι αναγκαστικά. Προβλέπονται μηχανισμοί δικαστικού ορισμού, με τις προϋποθέσεις και προθεσμίες των άρθρων 33–35.
Δεν μπορεί να δοθεί τέτοια εγγύηση. Η εκτίμηση εξαρτάται από τη σύνθεση του δικαστηρίου, τον κανονισμό, την πολυπλοκότητα, τα αποδεικτικά μέσα και τις συμφωνημένες διαδικαστικές ρυθμίσεις.
Το ζήτημα ρυθμίζεται σύμφωνα με το άρθρο 45. Χρειάζεται έλεγχος της συμφωνίας και των εφαρμοστέων διαδικαστικών κανόνων.
Ναι. Η διαιτητική συμφωνία δεν αποκλείει αυτή τη δυνατότητα.
Η παράλειψη απάντησης δεν αποτελεί από μόνη της ομολογία. Η διαδικασία, όμως, μπορεί να συνεχιστεί και να εκδοθεί απόφαση.
Χρειάζεται να συντρέχει συγκεκριμένος λόγος του άρθρου 62. Η απλή διαφωνία με το αποτέλεσμα δεν αρκεί.
Όχι. Η αναστολή απαιτεί χωριστή δικαστική κρίση υπό τις νόμιμες προϋποθέσεις.
Ναι, μέσω της προβλεπόμενης διαδικασίας αναγνώρισης και κήρυξης εκτελεστότητας.
Ο νόμος προβλέπει διατήρηση προγενέστερων συμφωνιών. Χρειάζεται, όμως, έλεγχος της λειτουργίας τους σε συνδυασμό με το νέο πλαίσιο, ιδίως ως προς τον ορισμό διαιτητών, τις διαδικαστικές επιλογές και τις μεταβατικές διατάξεις.
Η αποτελεσματική διαχείριση μιας διαιτησίας αρχίζει από τη σωστή ανάγνωση της ρήτρας και τη διαφύλαξη των προθεσμιών. Συνεχίζεται με την προετοιμασία των αποδείξεων, τον έλεγχο του κόστους και την επιλογή των κατάλληλων διαδικαστικών ενεργειών.
Η Siamakis and Partners Law Firm παρέχει νομική υποστήριξη στον έλεγχο και στη σύνταξη διαιτητικών ρητρών, στην εκπροσώπηση κατά τη διαδικασία και στην αξιολόγηση των δυνατοτήτων προσβολής ή εκτέλεσης της απόφασης.
Κλείστε ραντεβού για εξατομικευμένη νομική καθοδήγηση
Κάθε υπόθεση έχει ιδιαιτερότητες που χρήζουν προσοχής. Κλείστε online ραντεβού και λάβετε καθοδήγηση προσαρμοσμένη στη δική σας περίπτωση.
A dispute over unpaid invoices, contractual performance or a business relationship does not always proceed before the state courts. If a valid arbitration clause exists, the dispute may have to be decided by an arbitral tribunal.
Law 5344/2026 introduces a unified framework for domestic and international arbitration. It governs arbitration agreements, the appointment of arbitrators, procedural rules, interim measures, third-party funding, and the challenge and enforcement of arbitral awards.
For an individual or a business, the first practical step is to review the contract: which disputes does the clause cover, how is it activated, and what action must be taken within the applicable deadlines?
Arbitration is a process in which one or more arbitrators resolve a dispute on the basis of an agreement between the parties. It concludes with a binding award.
Mediation operates differently: a mediator helps the parties negotiate, and a settlement depends on their acceptance of its terms.
| Issue | Arbitration | Mediation |
|---|---|---|
| Role of the third party | Determines the dispute | Facilitates negotiations |
| Final outcome | An arbitral award | A settlement, if accepted by the parties |
| Must the parties accept the outcome? | The award is binding under the conditions prescribed by law | The parties must consent to the settlement terms |
| Review of the outcome | A specific procedure for setting aside the award is available | The agreement and the requirements for its validity and enforceability must be examined |
Agreeing to arbitration does not mean that either party retains the right to reject the award simply because the outcome is unfavourable.
Part B of the Code, comprising Articles 20–72, generally takes effect on 1 January 2027.
The transitional provisions in Article 72 distinguish between the following situations:
A separate provision, effective from publication of the law, concerns applications to correct or interpret domestic arbitral awards submitted on or after 1 January 2026. Article 72(8) establishes a two-year time limit from the date of the award, failure to comply with which renders the application inadmissible.
The date of the contract, the commencement of arbitration and the date of the award must be examined separately.
Under Article 22, private-law disputes may be referred to arbitration where the parties have the legal power to dispose of the subject matter.
In practice, this assessment may concern claims arising from commercial contracts, construction projects, supplies, services or corporate relationships. The particular claim and arbitration agreement must always be examined.
For employment disputes falling within Article 614(3) of the Greek Code of Civil Procedure and disputes under Law 2251/1994 on consumer protection, the Code imposes a specific restriction: the arbitration agreement must be concluded after the dispute has arisen.
A pre-drafted clause in an employment or consumer contract therefore does not, by itself, satisfy this requirement.
An arbitration agreement may take the form of a clause within a contract or a separate agreement.
Article 28 also recognises electronic records that allow the origin of the agreement to be established and its contents to be accessed. It further permits incorporation of an arbitration clause by reference to another document, provided that the reference makes the clause part of the contract.
The review should answer the following questions:
The arbitration clause is treated as an agreement independent of the remaining contractual terms. Under Article 41, invalidity of the contract does not automatically invalidate the arbitration clause.
For example, challenging the validity of a cooperation agreement does not, by itself, allow the related dispute to bypass arbitration.
Article 28 provides that unreserved participation in the arbitration proceedings gives rise to a presumption that an arbitration agreement has been concluded. Article 25 also addresses situations where a party knows of a particular procedural irregularity but continues without raising a timely objection.
Under Article 41, an objection to the tribunal’s jurisdiction must be raised no later than the statement of defence, subject to the exceptions specified in that provision.
Any objection must be raised promptly and clearly identify its grounds.
Unless otherwise agreed, arbitration commences when the request for arbitration is notified to the party against whom it is directed.
Article 47 gives the respondent 30 days from notification to respond to the request, unless the parties have agreed otherwise.
This response must be distinguished from the subsequent statement of defence under Article 49, which is subject to the deadlines set by the parties or the arbitral tribunal.
Once you receive a notice:
Article 24 permits notifications to an electronic address under its conditions. For time limits concerning steps before state courts, the service provisions of the Greek Code of Civil Procedure apply.
Where Greek law governs the substance of the dispute, Article 47 links the commencement of arbitration to interruption of the limitation period, in accordance with the provisions to which it refers.
Informal negotiations or a simple complaint email should not be assumed to constitute the prescribed request for arbitration.
The parties may agree on the number of arbitrators, which must be an odd number. Unless otherwise agreed, there are three arbitrators, under Article 32.
For a three-member tribunal, where no other appointment procedure has been agreed, each party appoints one arbitrator and those two arbitrators appoint the third.
If a party fails to appoint an arbitrator within 30 days of receiving the relevant request, or the two arbitrators cannot agree on the third within the statutory period, court assistance is available.
An arbitrator appointed by one party must remain independent and impartial.
Under Article 36, arbitrators must disclose circumstances capable of giving rise to reasonable doubts about their independence or impartiality.
In the absence of a different agreed procedure, Article 37 establishes a strict 15-day deadline for submitting a challenge, running from knowledge of the tribunal’s constitution or of the relevant grounds.
The new general rule in Article 33 excludes the appointment of serving judges and prosecutors.
However, Article 72 preserves earlier agreements providing for such appointments. The date on which the clause was concluded therefore matters.
Arbitration may be organised as:
Under Articles 45–48, the seat of arbitration, language and procedural rules are particularly important.
The seat of arbitration does not necessarily coincide with the physical location of every hearing. Article 46 permits meetings elsewhere and by appropriate means, subject to its conditions.
Article 45 makes confidentiality subject to the parties’ agreement or, in the absence of agreement, the tribunal’s determination of the procedure.
Where a dispute involves trade secrets, financial data or technical information, the following should be clarified:
The right to appear with or be represented by a lawyer cannot be excluded.
Arbitration requires clearly formulated claims and supporting evidence.
The claimant identifies the subject matter of the dispute, the relief sought and the facts supporting the claim. The respondent answers the claim and presents its own position.
For a commercial dispute, the case file may include:
| Category | Examples |
|---|---|
| Contractual relationship | Contract, schedules and amendments |
| Performance of obligations | Delivery documents, acceptance records and work reports |
| Financial claim | Invoices, payment records and detailed calculations |
| Disputed matters | Correspondence, defect notices and complaints |
| Technical issues | Reports, measurements and technical records |
| Representation | Corporate documents and authorisations |
Articles 52–54 provide for expert evidence, production of relevant documents and court assistance in taking evidence.
The respondent’s inactivity does not necessarily stop the proceedings. Article 51 permits arbitration to continue and, under its conditions, an award to be issued on the evidence available.
Failure to respond does not, by itself, amount to an admission. Nevertheless, non-participation deprives a party of the opportunity to present its defence effectively.
An arbitration agreement does not prevent a party from applying to the competent state court for interim measures before or after arbitration begins.
Article 43 also empowers the arbitral tribunal to grant interim measures, unless otherwise agreed.
There must be urgency or imminent danger, together with a sufficient prima facie showing of the right requiring protection. The Code also provides for security and specific conditions governing judicial recognition and enforcement of those measures.
Practical example: a business is pursuing a contractual debt and has concrete evidence that its ability to recover the amount may be jeopardised. The need for interim protection should be assessed alongside preparation of the principal claim.
There is no single fixed cost applicable to every arbitration.
Before starting the procedure, an assessment should cover:
Article 60(5) provides that, in the absence of an agreement, the fees of the arbitrator and presiding arbitrator are determined by reference to the minimum fee under the applicable International Chamber of Commerce arbitrator fee scale.
Unless otherwise agreed, the arbitral tribunal allocates costs taking account of the circumstances, the procedure and, in particular, the outcome of the arbitration. Costs include the parties’ reasonable costs of presenting their cases.
It should therefore not be assumed that costs are always divided equally or that every amount incurred will necessarily be recovered in full.
Articles 66–70 regulate third-party funding.
They provide for disclosure of the existence of funding and the funder’s identity, together with checks for potential conflicts of interest.
The existence of funding does not, by itself, create a presumption that the funded party lacks financial resources. Nor is it sufficient, on its own, to justify an application for security for arbitration costs.
The arbitral award must be in writing. Electronic form is also permitted, using the prescribed qualified electronic signature.
As a general rule, the award must state reasons, subject to the exceptions and scope for agreement provided in Article 59.
After receiving it, review:
Article 61 provides for correction of computational or clerical errors, interpretation of the award and an additional award.
Under the general rule in the new framework, an application for correction or interpretation must be made within 30 days of service, or within another agreed period. For an additional award, the provision refers to 30 days from delivery, subject to its qualifications.
The distinction between delivery and formal service is significant, as is the need to examine the special transitional provision in Article 72(8).
Yes. Under Article 58, arbitration ends if the parties settle their dispute. At their request, and if the tribunal agrees, the settlement may be recorded in an award on agreed terms, having the same status as an award on the merits.
The general rule in Article 63 is that arbitral awards are not subject to appeal.
However, an agreement or a special law may provide for recourse to a second-instance arbitral tribunal. The agreement must specify, at a minimum, the deadline, the procedure and how that tribunal is constituted.
An action to set aside an award is not a general retrial available merely because one party disagrees with the assessment of the evidence.
Article 62 contains an exhaustive list of grounds, including:
Under the new framework, the court competent to hear an action to set aside an award is the Areios Pagos, Greece’s Supreme Civil and Criminal Court.
The general deadline is three months from formal service of the award, with specific rules where correction, interpretation, an additional award or an agreed second-instance arbitral review intervenes.
Not automatically.
Article 63(4) provides a separate possibility of obtaining a stay, where an admissible action to set aside has been brought and the court considers that a ground for setting aside is likely to succeed.
By contrast, a timely and admissible recourse to a second-instance arbitral tribunal, where such a procedure is provided for, has the suspensive effects specified in Article 63(2).
An arbitral award acquires res judicata effect from its issuance and is enforceable, subject to the specific provisions of Article 63.
Where enforcement is to take place in Greece, Article 60(6) provides, upon request, for an original of the award to be deposited with the registry of the competent Single-Member Court of First Instance.
The required enforcement steps must then be assessed and followed. Possession of a copy of the award does not replace those formalities.
For foreign arbitral awards, Article 64 refers to the New York Convention and provides for a written application to the competent court for recognition and a declaration of enforceability. An official translation may be required.
No. The parties may conclude a separate agreement after the dispute arises. For the specified employment and consumer disputes, an agreement concluded after the dispute has arisen is a requirement.
Filing a court claim does not neutralise the clause. Article 30 provides for referral to arbitration following the prescribed request by a party, unless the agreement is invalid, inoperative or incapable of being performed.
The number is agreed by the parties and must be odd. Without an agreement, the law provides for three arbitrators.
Not necessarily. Articles 33–35 provide for court-assisted appointment, subject to their conditions and deadlines.
No such guarantee can be given. The assessment depends on the tribunal’s composition, the applicable rules, the complexity of the dispute, the evidence and the agreed procedure.
Confidentiality is governed by Article 45. The agreement and applicable procedural rules must be checked.
Yes. The arbitration agreement does not exclude that possibility.
Failure to respond does not, by itself, constitute an admission. However, the proceedings may continue and an award may be issued.
A specific ground under Article 62 must exist. Mere disagreement with the outcome is insufficient.
No. A stay requires a separate judicial decision under the applicable statutory conditions.
Yes, through the prescribed procedure for recognition and a declaration of enforceability.
The law preserves earlier agreements. Their operation should nevertheless be reviewed alongside the new framework, particularly regarding arbitrator appointments, procedural choices and transitional provisions.
Effective management of arbitration begins with an accurate reading of the clause and compliance with deadlines. It continues through preparation of the evidence, assessment of costs and selection of the appropriate procedural steps.
Siamakis and Partners Law Firm provides legal assistance with reviewing and drafting arbitration clauses, representation during proceedings, and assessing the available options for challenging or enforcing an award.
Book an appointment for personalised legal guidance
Every case has unique circumstances that require careful attention. Book an appointment online and receive guidance tailored to your specific situation.
Μπορείτε να κανονίσετε ΑΜΕΣΑ και ΑΥΘΗΜΕΡΟΝ ψηφιακό ραντεβού online (Skype, Zoom, Meet, Viber, What’s up) με τον δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεσή σας. Εφόσον κριθεί απαραίτητο, το ραντεβού θα ολοκληρωθεί στα γραφεία μας, χωρίς επιπλέον κόστος για εσάς.
Siamakis & Partners © All Rights Reserved.
Κανένα προϊόν στο καλάθι σας.