Η ΣτΕ 380/2026 δέχεται ότι η έλλειψη καθαρογραφής δεν μπλοκάρει την προστασία του πολίτη. Το διοικητικό δικαστήριο είτε ζητά καθαρογραφή είτε εξετάζει το απόσπασμα της αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης και, αν υπάρχει ταυτότητα πραγματικών περιστατικών, δεσμεύεται από αυτή.
Περαιτέρω η ως άνω απόφαση έδωσε μια ιδιαίτερα πρακτική και σημαντική λύση σε πρόβλημα που εμφανίζεται συχνά στην πράξη: τι γίνεται όταν ο πολίτης έχει αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση, αλλά δεν υπάρχει ακόμη καθαρογραφή και στα διοικητικά δικαστήρια μπορεί να προσκομίσει μόνο απόσπασμα με το διατακτικό και βεβαίωση αμετακλήτου. Το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι το διοικητικό δικαστήριο δεν μπορεί να απορρίπτει άκριτα τους ισχυρισμούς περί άρθρου 5 παρ. 2 ΚΔΔ, ne bis in idem ή τεκμηρίου αθωότητας για τον λόγο αυτό. Αν δεν επιλέξει να ζητήσει το ίδιο την καθαρογραφή από το ποινικό δικαστήριο, οφείλει να εξετάσει τους ισχυρισμούς με βάση το ήδη προσκομισμένο απόσπασμα.
Η απόφαση αφορούσε περίπτωση στην οποία διάδικος σε διοικητική δίκη προέβαλε ότι παραβιάζονται η δέσμευση από αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση, η αρχή ne bis in idem και το τεκμήριο αθωότητας. Για να αποδείξει τους ισχυρισμούς του δεν είχε στα χέρια του καθαρογραμμένη αθωωτική απόφαση, αλλά μόνο απόσπασμα που περιείχε το διατακτικό και βεβαίωση ότι η αθωωτική κρίση ήταν αμετάκλητη. Το ΣτΕ έκρινε ότι αυτό το αποδεικτικό υλικό αρκεί ώστε το διοικητικό δικαστήριο να υποχρεωθεί να εξετάσει ουσιαστικά τους σχετικούς ισχυρισμούς, εκτός αν πρώτα εκδώσει προδικαστική απόφαση και ζητήσει την καθαρογραφή μέσα σε εύλογη προθεσμία.
Η απόφαση δεν λέει απλώς ότι το απόσπασμα “μπορεί” να ληφθεί υπόψη. Λέει κάτι ισχυρότερο: ότι το διοικητικό δικαστήριο έχει δύο δρόμους. Είτε εκδίδει προδικαστική απόφαση και ζητεί από το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο να καθαρογράψει την αθωωτική απόφαση και να στείλει αντίγραφο μαζί με βεβαίωση για τα ένδικα μέσα, είτε, αν δεν το κάνει αυτό, υποχρεούται να εξετάσει τους σχετικούς ισχυρισμούς με βάση το απόσπασμα και τη βεβαίωση αμετακλήτου. Το σκεπτικό είναι ότι αλλιώς θα καθίστατο αδύνατη ή υπέρμετρα δυσχερής η άσκηση δικαιωμάτων που προστατεύονται από τα άρθρα 48 παρ. 1 και 50 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Κατά τη ΣτΕ 380/2026, η κρίσιμη προϋπόθεση είναι να προκύπτει από το προσκομιζόμενο απόσπασμα ότι η αθωωτική απόφαση αφορά την ίδια παράβαση ως ιστορικό γεγονός με εκείνη που αποτέλεσε τη βάση της διοικητικής κύρωσης ποινικής φύσης. Με απλά λόγια, πρέπει να ταυτίζονται τα πραγματικά περιστατικά του ποινικού αδικήματος για το οποίο ο διάδικος κατηγορήθηκε και αθωώθηκε με τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της διοικητικής παράβασης. Αν αυτή η ταυτότητα διαπιστωθεί, το διοικητικό δικαστήριο δεσμεύεται από την αθωωτική απόφαση και οφείλει να ακυρώσει την καταλογιστική πράξη.
Ναι, υπό τις προϋποθέσεις που περιγράφει η απόφαση. Το ΣτΕ δέχθηκε ότι η διοικητική κύρωση πρέπει να ακυρωθεί ακόμη και όταν το ποινικό δικαστήριο απήλλαξε τον διάδικο λόγω αμφιβολιών, εφόσον αυτό προκύπτει από το προσκομιζόμενο διατακτικό και εφόσον η αθωωτική κρίση αφορά το ίδιο ιστορικό γεγονός. Μάλιστα, το ΣτΕ ξεκαθάρισε ότι αυτό ισχύει ακόμη και όταν, λόγω της ελλειπτικής διατύπωσης του διατακτικού, το διοικητικό δικαστήριο δεν μπορεί να εξακριβώσει αν η αθώωση στηρίχθηκε σε πλήρη έρευνα της ουσίας με την έννοια της μη τέλεσης της παράβασης.
Η απόφαση ερμηνεύει κυρίως τα άρθρα 5 παρ. 2 και 4, 138 παρ. 1, 150 παρ. 1 και 151 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, σε συνδυασμό με το άρθρο 155 παρ. 1 ΚΔΔ για τη συμπλήρωση των αποδείξεων, καθώς και με το άρθρο 142 ΚΠΔ για την κατηγορία των ποινικών αποφάσεων που εξαιρούνται από τον κανόνα της καθαρογραφής. Παράλληλα, το ΣτΕ θεμελίωσε την ερμηνεία του και στην αρχή της αποτελεσματικότητας του ενωσιακού δικαίου, παραπέμποντας στα άρθρα 48 παρ. 1 και 50 του Χάρτη, αλλά και στο άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και στο άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Πρώτο βήμα είναι ο διάδικος να προβάλει συγκεκριμένα ισχυρισμούς περί παραβίασης του άρθρου 5 παρ. 2 ΚΔΔ ή της αρχής ne bis in idem ή του τεκμηρίου αθωότητας.
Δεύτερο βήμα είναι να προσκομίσει τουλάχιστον απόσπασμα της αθωωτικής ποινικής απόφασης με το διατακτικό της και βεβαίωση περί αμετακλήτου.
Τρίτο βήμα είναι το διοικητικό δικαστήριο να επιλέξει αν θα συμπληρώσει τις αποδείξεις με προδικαστική απόφαση ζητώντας καθαρογραφή.
Τέταρτο βήμα, αν το δικαστήριο δεν κινηθεί έτσι, είναι η υποχρέωσή του να κρίνει με βάση το απόσπασμα.
Πέμπτο βήμα είναι η διαπίστωση αν η ποινική αθώωση και η διοικητική κύρωση αφορούν το ίδιο ιστορικό γεγονός. Αν ναι, τότε ενεργοποιείται η δεσμευτικότητα της αθωωτικής απόφασης και η διοικητική πράξη πρέπει να ακυρωθεί.
Η ΣτΕ 380/2026 δέχεται επίσης ότι, αν το πρωτοβάθμιο διοικητικό δικαστήριο απορρίψει τους σχετικούς ισχυρισμούς χωρίς να ζητήσει καθαρογραφή, ο ηττηθείς διάδικος μπορεί κατ’ έφεση να προσκομίσει για πρώτη φορά την καθαρογραμμένη αθωωτική απόφαση και τη βεβαίωση αμετακλήτου, εφόσον τα έλαβε μετά τη συζήτηση στον πρώτο βαθμό και εφόσον κριθεί ότι η μη προσκόμισή τους νωρίτερα ήταν δικαιολογημένη, δηλαδή δεν οφειλόταν σε έλλειψη της δέουσας επιμέλειας. Το πλαίσιο αυτό συνδέεται με το άρθρο 96 παρ. 3 ΚΔΔ.
Η πρακτική σημασία της απόφασης είναι μεγάλη, επειδή λύνει ένα πραγματικό αδιέξοδο: πολλές αθωωτικές ποινικές αποφάσεις δεν είναι άμεσα διαθέσιμες σε πλήρη καθαρογραφή, ενώ ο διοικούμενος πρέπει να αμυνθεί εγκαίρως σε διοικητική δίκη ή σε υπόθεση διοικητικής κύρωσης ποινικής φύσης. Αν τα διοικητικά δικαστήρια απαιτούσαν υποχρεωτικά την καθαρογραμμένη απόφαση σε κάθε περίπτωση, ο διάδικος θα στερούνταν στην πράξη την προστασία που του παρέχουν το ne bis in idem και το τεκμήριο αθωότητας. Με τη ΣτΕ 380/2026, το βάρος της μη καθαρογραφής δεν μεταφέρεται πια στον πολίτη.
Το ΣτΕ κινήθηκε με καθαρά εγγυητικό σκεπτικό. Αντιμετώπισε τη μη καθαρογραφή όχι ως λόγο αποκλεισμού του διαδίκου από την προστασία του δικαίου, αλλά ως πρακτικό ζήτημα που πρέπει να λυθεί με τρόπο συμβατό με τα δικαιώματα άμυνας και τις υπερνομοθετικής ισχύος εγγυήσεις. Για αυτό αναγνώρισε αφενός διακριτική ευχέρεια στο διοικητικό δικαστήριο να ζητήσει καθαρογραφή, αφετέρου όμως επέβαλε σε αυτό υποχρέωση ουσιαστικής εξέτασης των ισχυρισμών όταν δεν ενεργοποιεί τον μηχανισμό συμπλήρωσης των αποδείξεων. Έτσι διασφαλίζεται ότι ούτε η αρχή ne bis in idem ούτε το τεκμήριο αθωότητας θα μένουν κενό γράμμα εξαιτίας μιας διαδικαστικής εκκρεμότητας.
Για τον δικηγόρο και τον διάδικο, το πρακτικό μήνυμα είναι σαφές: όταν υπάρχει αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση, ακόμη και αν δεν έχει καθαρογραφεί, πρέπει να προσκομίζονται άμεσα στο διοικητικό δικαστήριο το απόσπασμα με το διατακτικό και η βεβαίωση αμετακλήτου. Τα έγγραφα αυτά δεν είναι “ανίσχυρα”. Αντίθετα, ενεργοποιούν δικαστική υποχρέωση είτε για συμπλήρωση των αποδείξεων είτε για ουσιαστική εξέταση των ισχυρισμών. Σε διοικητικές κυρώσεις ποινικής φύσης, αυτό μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικό για την ακύρωση της πράξης.
Η ΣτΕ 380/2026 καθιερώνει ότι στα διοικητικά δικαστήρια η αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση δεν χάνει τη δύναμή της επειδή δεν έχει καθαρογραφεί. Αν ο διάδικος προσκομίσει απόσπασμα με το διατακτικό και βεβαίωση αμετακλήτου, το διοικητικό δικαστήριο είτε ζητά καθαρογραφή είτε κρίνει με βάση το απόσπασμα. Αν προκύπτει ταυτότητα πραγματικών περιστατικών μεταξύ ποινικής υπόθεσης και διοικητικής κύρωσης ποινικής φύσης, η αθωωτική απόφαση δεσμεύει το διοικητικό δικαστήριο και η διοικητική πράξη πρέπει να ακυρωθεί, ακόμη και σε αθώωση λόγω αμφιβολιών.
1. Αρκεί απόσπασμα αθωωτικής ποινικής απόφασης στο διοικητικό δικαστήριο;
Ναι, εφόσον συνοδεύεται από βεβαίωση αμετακλήτου. Σε αυτή την περίπτωση το διοικητικό δικαστήριο είτε ζητά καθαρογραφή είτε υποχρεούται να εξετάσει τους σχετικούς ισχυρισμούς με βάση το απόσπασμα.
2. Μπορεί το διοικητικό δικαστήριο να απορρίψει τον ισχυρισμό μόνο επειδή δεν υπάρχει καθαρογραφημένη απόφαση;
Όχι, όχι αυτομάτως. Η ΣτΕ 380/2026 αποκλείει πρακτικά αυτή τη λύση όταν το δικαστήριο δεν έχει προηγουμένως ζητήσει καθαρογραφή με προδικαστική απόφαση.
3. Τι σημαίνει “ίδια παράβαση ως ιστορικό γεγονός”;
Σημαίνει ότι τα πραγματικά περιστατικά της ποινικής κατηγορίας για την οποία εκδόθηκε η αθωωτική απόφαση ταυτίζονται με εκείνα που στηρίζουν τη διοικητική κύρωση ποινικής φύσης.
4. Ισχύει και όταν η αθώωση είναι λόγω αμφιβολιών;
Ναι. Αν αυτό προκύπτει από το διατακτικό και υπάρχει ταυτότητα πραγματικών περιστατικών, το διοικητικό δικαστήριο δεσμεύεται και οφείλει να ακυρώσει την καταλογιστική πράξη.
5. Μπορεί η καθαρογραμμένη απόφαση να προσκομιστεί για πρώτη φορά στην έφεση;
Ναι, όταν αποκτήθηκε μεταγενέστερα και η μη προσκόμισή της στον πρώτο βαθμό ήταν δικαιολογημένη, δηλαδή δεν οφειλόταν σε έλλειψη επιμέλειας του διαδίκου.
Κάθε υπόθεση έχει ιδιαιτερότητες που χρήζουν προσοχής. Κλείστε online ραντεβού και λάβετε καθοδήγηση προσαρμοσμένη στη δική σας περίπτωση.
Μπορείτε να κανονίσετε ΑΜΕΣΑ και ΑΥΘΗΜΕΡΟΝ ψηφιακό ραντεβού online (Skype, Zoom, Meet, Viber, What’s up) με τον δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεσή σας. Εφόσον κριθεί απαραίτητο, το ραντεβού θα ολοκληρωθεί στα γραφεία μας, χωρίς επιπλέον κόστος για εσάς.
Siamakis & Partners © All Rights Reserved.
Κανένα προϊόν στο καλάθι σας.