ΜΠρωτΑθ – ΜΠρΧανίων – Αντισυνταγματική η αύξηση στο δικαστικό ένσημο στις αναγνωριστικές αγωγές.

δικαστικό ένσημο στις αναγνωριστικές αγωγές

δικαστικό ένσημο στις αναγνωριστικές αγωγές

δικαστικό ένσημο στις αναγνωριστικές αγωγές –

Αποφάσεις βόμβα από τα πρωτοβάθμια δικαστήρια της χώρας χαρακτηρίζονται οι 669/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καθώς και η με αριθμό 3/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων.

Σε προγενέστερο άρθρο μας είχαμε επισημάνει τη προβληματική που είχε δημιουργηθεί αναφορικά με την κατακόρυφη αύξηση του δικαστικού ενσήμου με συνακόλουθο αποτέλεσμα την έκρηξη των δικαστικών εξόδων για τους πολίτες που επιζητούν το καταφύγιό τους στη Δικαιοσύνη.

Δείτε εδώ το άρθρο μας για την αύξηση του δικαστικού ενσήμου και την επιβολή του στις αναγνωριστικές αγωγές.

Ας μην ξεχνάμε ότι το δικαστικό ένσημο επιβάλλεται στις αστικές δίκες και συγκεκριμένα στις δίκες (συνήθως) που κάποιος πολίτης διεκδικεί χρήματα από κάποιον οφειλέτη του. Δηλαδή, με απλά λόγια κάποιος που το φέσι του έφτασε στα πόδια του καλείται να πληρώσει μια μικρή περιουσία προκειμένου να εκδοθεί μια απόφαση που με τις παρούσες χρηματοοικονομικές συνθήκες δε θα μπορέσει να εκτελέσει για να εισπράξει τα οφειλόμενα.

Με τις ως άνω αποφάσεις κρίνεται – στην μεν απόφαση των Αθηνών – αντισυνταγματική η αύξηση του δικαστικού ενσήμου στα δυσθεώρητα επίπεδα του 1% περίπου του αιτούμενου κεφαλαίου, στη δε απόφαση των Χανίων κρίνεται αντισυνταγματική η επιβολή του στις αναγνωριστικές αγωγές.

Παραθέτουμε μέρος του σκεπτικού των 2 ως άνω αποφάσεων, με την ελπίδα ότι τα σχετικά αυτά κεφάλαια της αντισυνταγματικότητας δεν θα εκκληθούν προκειμένου να καταστούν αμετάκλητα (αν και διαβλέπω ότι η υπόθεση θα φτάσει στον Άρειο Πάγο).

ΜΠρωτΑθ.
Υπό την εκδοχή ότι το μέτρο αυτό εξυπηρετεί την λειτουργία της δικαιοσύνης, με την έννοια αφενός της συμμετοχής κάθε πολίτη, που ζητεί έννομη προστασία, στο κόστος λειτουργίας του θεσμού αυτού αφετέρου της αποφυγής προπετούς άσκησης της αγωγής, η υπό τις σημερινές κοινωνικοοικονομικές συνθήκες αύξηση (και συγκεκριμένα ο υπερδιπλασιασμός) του ποσού του δικαστικού ενσήμου, συνιστά μέτρο προδήλως αντισυνταγματικό και ανίσχυρο, αφού παραβιάζονται τα άρθρα 20 παρ. 1 Συντ. και 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ. Συγκεκριμένα, ο επικαλούμενος σκοπός της αποφυγής προπετούς άσκησης αγωγών είναι αναμφίβολα θεμιτός. Αντίθετα, δεν ισχύει το ίδιο και για το σκοπό συμμετοχής του πολίτη κατά ένα μέρος στο κόστος λειτουργίας του θεσμού της δικαιοσύνης. Και τούτο διότι η Δικαιοσύνη αποτελεί δημόσια λειτουργία, συνταγματικά κατοχυρωμένη και χρηματοδοτούμενη από το Δημόσιο και δεν λειτουργεί με βάση την αρχή της ανταποδοτικότητας. Σε κάθε περίπτωση το θεμιτό του σχετικού περιορισμού πρέπει να έχει ως αφετηρία την σκέψη ότι η συμμετοχή του πολίτη στο κόστος λειτουργίας των Δικαστηρίων δεν σημαίνει κάλυψη όλων των σχετικών δαπανών, οι οποίες σε κάθε περίπτωση δεν μπορούν να υπολογιστούν και να επιμεριστούν σε κάθε διάδικο, αλλά επιβολή ενός μικρού χρηματικού ποσού, που μπορεί να καταβάλει κάθε πολίτης, ανεξάρτητα από την οικονομική του κατάσταση. Οι επιδιωκόμενοι αυτοί σκοποί, πάντως, δεν είναι αρκετοί για την δικαιολόγηση της προαναφερόμενης αύξησης του δικαστικού ενσήμου.
Ειδικότερα, το μέτρο αυτό και κατ’ επέκταση ο με τον τρόπο αυτό περιορισμός του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη δεν κρίνεται αναγκαίος ούτε πρόσφορος για τον περιορισμό της προπετούς άσκησης αγωγών. Και τούτο διότι λαμβάνεται σε πρώιμο στάδιο, όταν δεν έχει μεσολαβήσει καμία δικαστική κρίση, με αποτέλεσμα το ίδιο (δυσβάσταχτο) εμπόδιο να τίθεται σε κάθε πολίτη για την άσκηση όχι μόνο των αβάσιμων αλλά και κάθε άλλης αγωγής. Είναι προφανές ότι δεν υπάρχει ένας λογικός βαθμός αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου (αύξηση του τέλους δικαστικού ενσήμου) και του ως άνω επιδιωκόμενου σκοπού, ενόψει και του ότι ο με τον τρόπο αυτό περιορισμός του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη επιβάλλεται στο αρχικό στάδιο της διαδικασίας, με περαιτέρω αποτέλεσμα να μην κρίνεται ανεκτός, σύμφωνα και με την νομολογία του ΕΔΔΑ που προαναφέρθηκε. Έτσι, με το να τίθεται εμπόδιο στην άσκηση κάθε αγωγής επέρχεται ουσιαστικά κατάλυση του ατομικού δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας. Εξάλλου, η αποτροπή άσκησης αβάσιμων αγωγών συνδέεται και με την οικονομική κατάσταση του ενάγοντος, με αποτέλεσμα όσοι έχουν την σχετική δυνατότητα να μπορούν και μετά την αύξηση του δικαστικού ενσήμου να συνεχίσουν να ασκούν αβάσιμες αγωγές, σε αντίθεση με τους οικονομικά ασθενείς πολίτες, οι οποίοι πλέον στερούνται το δικαίωμά τους να ζητήσουν δικαστική προστασία για αξιώσεις που πράγματι έχουν. Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι το αβάσιμο ή μη μιας αγωγής δεν μπορεί να ελεγχθεί εκ των προτέρων με γενικά και αόριστα κριτήρια και επομένως η αύξηση του τέλους δικαστικού ενσήμου περιορίζει το δικαίωμα δικαστικής προστασίας γενικώς και αδιακρίτως, με αποτέλεσμα να θίγεται πλέον ο πυρήνας του ατομικού δικαιώματος παροχής έννομης δικαστικής προστασίας (βλ. και τις σχετικές σκέψεις της μειοψ. στην ολΣτΕ 3470/2007, NOMOS). Εξάλλου, στην νομοθεσία μας υπάρχουν πολλές διατάξεις για τον περιορισμό της άσκησης προφανώς αβάσιμων αγωγών, όπως το άρθρο 205 ΚΠολΔ, που προβλέπει την επιβολή χρηματικών ποινών και οι διατάξεις των άρθρων 173 επ. ΚΠολΔ, που προβλέπουν την καταδίκη στην πληρωμή δικαστικών εξόδων σε βάρος του διαδίκου που νικήθηκε. Αξίζει εδώ να τονιστεί ότι και η Επιστημονική Επιτροπή της Βουλής, εκφράζοντας τις θέσεις της επί του νομοσχεδίου, που στη συνέχεια ψηφίστηκε και αποτέλεσε τον Ν. 3994/2011, είχε αμφιβολίες για το αν η επέκταση της υποχρέωσης καταβολής δικαστικού ενσήμου στις αναγνωριστικές αγωγές (που όπως ήδη αναφέρθηκε εντάσσεται στην νομοθετική επιλογή για αύξηση του εισπραττόμενου από το Δημόσιο τέλους δικαστικού ενσήμου) τελεί σε αναλογία προς τον σκοπό αυτό, δηλ. της αποφυγής προπετούς άσκησης των αγωγών.
Περαιτέρω, ο περιορισμός του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη με την αύξηση του τέλους δικαστικού ενσήμου δεν είναι αναγκαίος για την επίτευξη του σκοπού της συμμετοχής των πολιτών στο κόστος λειτουργίας του θεσμού της δικαιοσύνης. Και τούτο διότι ο επί πολλές δεκαετίες υπολογισμός του δικαστικού ενσήμου σε ποσοστό 4‰ κάλυπτε τις λειτουργικές ανάγκες της δικαιοσύνης, χωρίς ποτέ να τεθεί ζήτημα αύξησης του σχετικού ποσού. Επομένως, δεδομένου ότι το κόστος λειτουργίας των δικαστηρίων έχει σήμερα μειωθεί κατά πολύ, λόγω της συγχώνευσης σημαντικού αριθμού Δικαστηρίων, μείωσης των αποδοχών των Δικαστικών Λειτουργών και των γραμματέων των Δικαστηρίων, ο υπερδιπλασιασμός του τέλους δικαστικού ενσήμου δεν κρίνεται αναγκαίος για την επίτευξη του προαναφερόμενου σκοπού.
Επίσης, με την αύξηση του τέλους δικαστικού ενσήμου, υπό τις σημερινές κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, δηλ. την μείωση των αποδοχών όλων των εργαζομένων σε υψηλά ποσοστά, που σε ορισμένες περιπτώσεις ξεπερνά και το 50% και την υπέρμετρη (άμεση και έμμεση) φορολόγηση κάθε μορφής επαγγελματικής και κοινωνικής δραστηριότητας, θίγεται πλέον ο πυρήνας του ατομικού δικαιώματος για παροχή έννομης δικαστικής προστασίας, καθώς σημαντικός αριθμός πολιτών δεν μπορεί να προσφύγει στη δικαιοσύνη, ανεξάρτητα από το αντικείμενο της αγωγής που προτίθεται να ασκήσει. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι το αποτέλεσμα αυτό δεν μπορεί να αποτραπεί με επίκληση των διατάξεων των σχετικών με το ευεργέτημα πενίας ή την παροχή δωρεάν νομικής βοήθειας, δεδομένου ότι οι διαδικασίες αυτές αναφέρονται σε πολίτες εντελώς εξαθλιωμένους, το εισόδημα των οποίων είναι κατά πολύ μικρότερο από τα όρια φτώχειας, όπως αυτά καθορίζονται διεθνώς. Πλην, όμως, η δικαιοσύνη δεν μπορεί να απευθύνεται μόνο σε συγκεκριμένες κατηγορίες προσώπων, αλλά στο σύνολο των πολιτών ούτε μπορεί να απαιτηθεί από την Πολιτεία η οικονομική εξάντληση των πολιτών για να επιτύχουν την πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι ο συνυπολογισμός του τέλους δικαστικού ενσήμου στη δικαστική δαπάνη, που θα επιδικαστεί υπέρ του ενάγοντος και σε βάρος του ηττηθέντος εναγομένου, δεν είναι αρκετός για την άρση των δυσμενών σε βάρος του ενάγοντος συνεπειών από την αύξηση του τέλους δικαστικού ενσήμου, αφού το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη πρέπει να κρίνεται αποκλειστικά και μόνο με βάση τις συνθήκες που διαμορφώνονται κατά την άσκηση του δικαιώματος αυτού, δηλαδή κατά τον χρόνο κατάθεσης και συζήτησης της αγωγής. Πράγματι, αν ο πολίτης αδυνατεί να καταβάλει το δικαστικό ένσημο δεν θα προσφύγει στη δικαιοσύνη, χωρίς το αποτέλεσμα αυτό να αποτρέπεται από την ενδεχόμενη μελλοντική είσπραξή του από τον εναγόμενο. Εξάλλου, η είσπραξη του τέλους αυτού από τον εναγόμενο προϋποθέτει δυνατότητα εκτέλεσης σε βάρος του τελευταίου, η οποία δεν είναι πάντοτε δεδομένη.
III. Η πρόβλεψη υποχρέωσης καταβολής δικαστικού ενσήμου είχε χαρακτηριστεί αρχικά από τη νομολογία του Αρείου Πάγου ως μέτρο με φορολογικό χαρακτήρα (βλ. έτσι και ΑΠ 624/1972, ΝοΒ (21/1973), 21). Η άποψη αυτή, όμως, προσαρμόστηκε στη συνέχεια στη νομολογία του ΕΔΔΑ, το οποίο έκρινε ότι οι θεσπιζόμενοι κάθε φορά περιορισμοί στο δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη για να είναι συμβατοί με το άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ πρέπει να επιδιώκουν θεμιτό σκοπό και να επιβάλλονται από το συμφέρον χρηστής απονομής της δικαιοσύνης. Όπως, όμως, ήδη αναφέρθηκε η αύξηση του τέλους δικαστικού ενσήμου με τον Ν. 4093/2012 εντάσσεται στην νομοθετική επιλογή για αύξηση της σχετικής επιβάρυνσης των πολιτών, με κύριο σκοπό την αύξηση των δημοσίων εσόδων. Υπ’ αυτή την εκδοχή, επομένως, συνιστά μέτρο αντισυνταγματικό, αφού κατά την προαναφερόμενη πάγια νομολογία των Ανωτάτων Δικαστηρίων της Χώρας, αλλά και την θέση του ΕΔΔΑ δεν συνδέεται με την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και επομένως δεν αποτελεί θεμιτό σκοπό για τον περιορισμό του δικαιώματος δικαστικής ακροάσεως. Εξάλλου, μόνο το δημοσιονομικό συμφέρον του Δημοσίου δεν μπορεί να αναχθεί σε ένα γενικότερο δημόσιο συμφέρον, που θα δικαιολογούσε σε κάθε περίπτωση την παραβίαση του δικαιώματος του πολίτη για πρόσβαση στη δικαιοσύνη.
IV. Με βάση τις προαναφερόμενες σκέψεις προκύπτει το συμπέρασμα ότι η αύξηση του τέλους δικαστικού ενσήμου και των επ’ αυτού υπολογιζόμενων επιβαρύνσεων με τον Ν. 4093/2012, αλλά και με μεταγενέστερες αυτού διατάξεις είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική και μη συμβατή με το άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ. Κατά συνέπεια, εξακολουθεί και σήμερα να αρκεί για την συζήτηση καταψηφιστικής αγωγής, χωρίς να επέρχονται οι συνέπειες της πλασματικής ερημοδικίας, η καταβολή από τον ενάγοντα του τέλους δικαστικού ενσήμου με τις σχετικές επιβαρύνσεις, όπως αυτό υπολογιζόταν πριν την έναρξη ισχύος του Ν. 4093/2012.

και η σχετική του Μον.Πρωτ.Χανίων

Το δικαίωμα του πολίτη για παροχή έννομης προστασίας από τα Δικαστήρια αποτελεί θεμελιώδες
συνταγματικό δικαίωμα (άρθρο 20 παρ.1 Συντάγματος), το οποίο κατοχυρώνεται και από την
κυρωθείσα με το ν.δ. 53/1974 Ευρωπαϊκή Σύμβαση της Ρώμης του 1950 για τα δικαιώματα του
ανθρώπου (ΕΣΔΑ άρθρα 6 και 13) και αποτελεί θεμελιώδη αρχή του κράτους δικαίου. Ο
ουσιαστικός νόμος καθορίζει τις ειδικότερες προϋποθέσεις για την άσκηση του δικαιώματος
προσφυγής στη Δικαιοσύνη θεσπίζοντας δικονομικές προϋποθέσεις, δαπανήματα και γενικότερα
διατυπώσεις για την πρόοδο της δίκης, πλην όμως, ο κοινός νομοθέτης δεν έχει απεριόριστη
εξουσία προσδιορισμού των προϋποθέσεων αυτών. Οι ρυθμίσεις του ουσιαστικού νόμου πρέπει να
συνάπτονται προς τη λειτουργία των Δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της
Δικαιοσύνης και δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να θέτουν αδικαιολόγητους δικονομικούς
φραγμούς στην παροχή εννόμου προστασίας από τα Δικαστήρια, οι οποίοι ισοδυναμούν με
κατάργηση, άμεση ή έμμεση, του σχετικού δικαιώματος, άλλως οι ρυθμίσεις αυτές είναι προδήλως
αντισυνταγματικές και αντίκεινται στο άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ. Επιπλέον, η επιβολή φορολογικού
βάρους με τη μορφή του τέλους δικαστικού ενσήμου μόνο στις καταψηφιστικές αγωγές δεν
συνιστούσε στέρηση του δικαιώματος αυτού καθώς συναρτάτο με την εκτελεστότητα της
απόφασης και όχι με την προσφυγή στη Δικαιοσύνη, δεδομένου ότι το δικαίωμα προσφυγής στη
Δικαιοσύνη προστατευόταν επαρκώς με δυνατότητα άσκησης αναγνωριστικής αγωγής. Η
διαφορετική αντιμετώπιση της καταψηφιστικής από την αναγνωριστική αγωγή στο θέμα του
δικαστικού ενσήμου, είχε επαρκή δικαιοπολιτική εξήγηση, καθώς οι αποφάσεις επί
καταψηφιστικών αγωγών είναι το δίχως άλλο εκτελεστές, ενώ οι αποφάσεις επί των
αναγνωριστικών αγωγών δεν είναι εκτελεστές, το δε Δημόσιο δεν στερείται του αναλογούντος
δικαστικού ενσήμου που καταβάλλεται όταν η αναγνωριστική απόφαση γίνει, με τους όρους που
στο νόμο προβλέπονται, εκτελεστή. Η επέκταση του δικαστικού ενσήμου, όμως, και στις
αναγνωριστικές αγωγές και μάλιστα πλέον σε ποσοστό διπλάσιο από αυτό που ίσχυε μέχρι σήμερα
(άρθρο 6α του ν. 4093/2012), σημαίνει ότι πλέον καθίσταται δικονομική προϋπόθεση του
παραδεκτού της παράστασης του διαδίκου, γεγονός προδήλως αντισυνταγματικό, καθώς,
καθιστώντας δυσβάσταχτη οικονομικά την προσφυγή στη Δικαιοσύνη, περιορίζει και σε πολλές
περιπτώσεις στερεί το συνταγματικό δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας. Στα πλαίσια αυτά,
ο Άρειος Πάγος με την υπ αριθμ. 675/2010 απόφαση του, έκρινε ότι η υποχρέωση καταβολής
αναλογικού τέλους δικαστικού ενσήμου στις καταψηφιστικές αγωγές δεν αναιρεί το ατομικό
δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας του διαδίκου «λαμβανομένου υπόψη ότι το εν λόγω
δικαίωμα ικανοποιητικά προστατεύεται με την άσκηση αναγνωριστικού χαρακτήρα αγωγής». Είναι
προφανές ότι η νομική παραδοχή του Αρείου Πάγου περί της συνταγματικότητας του δικαστικού
ενσήμου προϋπέθετε την απωλεσθείσα πλέον δυνατότητα του πολίτη να προσφύγει στα
Δικαστήρια με αναγνωριστική αγωγή, η άσκηση της οποίας χωρίς υποχρέωση καταβολής
δικαστικού ενσήμου προστατεύει ικανοποιητικά το συνταγματικό δικαίωμα παροχής εννόμου
προστασίας. Με την αιτιολογική έκθεση επί του σχεδίου νόμου για το άρθρο 70 φέρεται ως σκοπός
της νέας διάταξης η αύξηση των δημοσίων εσόδων, πρόβλεψη που αποτυπώνεται και στην
σχετική Έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους επί του σχεδίου νόμου. Πλην όμως,
σύμφωνα και με τον έντονο νομικό προβληματισμό που διατύπωσε η Επιστημονική Επιτροπή της
Βουλής με την έκθεση της επί του συγκεκριμένου νομοσχεδίου και κατά την πάγια νομολογία του
ΣτΕ, η επίκληση αμιγώς ταμειακών αναγκών του Δημοσίου χωρίς σύνδεση με τη λειτουργία των
Δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της Δικαιοσύνης, δεν είναι συνταγματικώς
ανεκτή για τη θέσπιση προϋποθέσεων για την παροχή δικαστικής προστασίας. Αντίστοιχη είναι και
η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), κατά την οποία
μόνο το δημοσιονομικό συμφέρον του Δημοσίου δεν μπορεί να αφομοιωθεί συλλήβδην σε ένα
γενικότερο δημόσιο συμφέρον, το οποίο θα δικαιολογούσε σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση την
παραβίαση των δικαιωμάτων του πολίτη. Άλλωστε, η υποχρεωτική επιβολή δικαστικού ενσήμου σε
όλες τις αγωγές που έχουν περιουσιακό αντικείμενο ή είναι χρηματικά αποτιμητές δεν συνδέεται με
τη λειτουργία των Δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της Δικαιοσύνης, ούτε
μπορεί να δικαιολογηθεί επαρκώς από τις ταμειακές ανάγκες του δημοσίου από την «κινητοποίηση
ενός πολυδάπανου δημόσιου μηχανισμού», όπως αναφέρεται στη σχετική αιτιολογική έκθεση.
Πρώτον, διότι το λειτουργικό κόστος της Δικαιοσύνης όχι μόνο δεν έχει αυξηθεί, αλλά αντίθετα έχει
περιοριστεί κατά πολύ (όμοια και Γνωμοδότηση Κ. Χρυσόγονου – Α. Καϊδατζή, για τη
συνταγματικότητα του σχεδίου νόμου «Έγκριση μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής
στρατηγικής 2013-2016» παρ. Γ 7). Δεύτερον, διότι η Δικαιοσύνη δεν αποτελεί «μηχανισμό», όπως
εσφαλμένα αναφέρεται στην ως άνω αιτιολογική έκθεση, αλλά αποτελεί δημόσια λειτουργία,
συνταγματικά κατοχυρωμένη και χρηματοδοτούμενη από το δημόσιο προϋπολογισμό και δεν
λειτουργεί με βάση την αρχή της ανταποδοτικότητας. Τρίτον, διότι θα έπρεπε με την ίδια λογική το
σχετικό τέλος να επεκταθεί σε όλες τις αγωγές και όχι μόνο στις χρηματικά αποτιμητές, καθώς οι
λοιπές αγωγές κινητοποιούν τον ίδιο πολυδάπανο «μηχανισμό» κατά την έκφραση της
αιτιολογικής έκθεσης. Φαίνεται, αντίθετα, ότι η ρύθμιση αποκτά αποτρεπτικό, καταρχήν, και, στη
συνέχεια, κυρωτικό χαρακτήρα, ειδικά για τις χρηματικά αποτιμητές αγωγές, καθώς, όπως
αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση, με την επέκταση του δικαστικού ενσήμου και στις
αναγνωριστικές αγωγές επιδιώκεται «να αποτραπεί η συζήτηση προπετών και αβασίμων αγωγών».
Ο πολίτης, για λόγους καθαρά εισπρακτικούς, στερείται του δικαιώματος να προσφύγει στη
Δικαιοσύνη χωρίς να καταβάλει δικαστικό ένσημο για να εμποδίσει την παραγραφή του
δικαιώματος του, να άρει υφιστάμενη αβεβαιότητα περί της ύπαρξης του δικαιώματος ή της
έκτασης του, να εκδώσει αναγνωριστική απόφαση, όταν υπάρχει αμφιβολία για τη φερεγγυότητα
του οφειλέτη και για τη δυνατότητα εκτέλεσης της απόφασης, να προστατεύσει το εμπράγματο
δικαίωμα του από την ανακριβή πρώτη εγγραφή με την οποία αμφισβητείται ολικά ή μερικά το
δικαίωμα που έχει επί ενός κτηματογραφημένου ακινήτου, χωρίς βεβαίως όλα αυτά να μπορούν να
θεωρηθούν προπετείς και αβάσιμες αγωγές. Ειδικά στην τελευταία περίπτωση των
κτηματολογικών αγωγών, είναι σύνηθες οι εναγόμενοι να συνομολογούν ή να αποδέχονται την
αγωγή, αφού δεν υφίσταται εν τοις πράγμασι αμφισβήτηση σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς
των ακινήτων των διαδίκων και η όποια αμφισβήτηση ανακύπτει τυπικά κατά την
κτηματογράφηση εξ αφορμής πράξεων του ΟΚΧΕ. Άλλωστε, κατά το Σύνταγμα, μόνο τα αρμόδια
Δικαστήρια και ουδείς άλλος, και βεβαίως όχι προκαταβολικά, μπορεί να κρίνει αν οι αγωγές είναι
πράγματι προπετείς και αβάσιμες, προβλέπονται δε στον ΚΠολΔ επαρκείς ποινές (άρθρο 205) και
κυρώσεις (άρθρα 178-179, περί δικαστικής δαπάνης) για τις περιπτώσεις τέτοιων αγωγών, ώστε να
μην χρειάζονται άλλες και σε καμία περίπτωση το δικαστικό ένσημο δεν μπορεί να αποτελέσει
τέτοιου είδους κύρωση. Επιπλέον, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι λαμβάνεται υπόψη το
δικαστικό ένσημο στον υπολογισμό της επιδικαζόμενης δικαστικής δαπάνης, το γεγονός αυτό
αφορά στο χρόνο μετά την παροχή δικαστικής προστασίας και δεν εξισορροπεί τα εμπόδια που
τίθενται στον πολίτη κατά το χρόνο προσφυγής του στη Δικαιοσύνη. Συνεπώς, η υποχρεωτική
προσκομιδή δικαστικού ενσήμου στις αναγνωριστικές αγωγές και μάλιστα τέτοιου ύψους, ως
προϋπόθεση προσφυγής στη Δικαιοσύνη, αποτελεί συνταγματικά ανεπίτρεπτο περιορισμό που
παρεμποδίζει την ανοιχτή πρόσβαση κάθε πολίτη στη Δικαιοσύνη και ισοδυναμεί με έμμεση
κατάργηση του προστατευόμενου και από την ΕΣΔΑ δικαιώματος παροχής εννόμου προστασίας,
καθώς προσβάλλει την ίδια την υπόσταση του δικαιώματος (Ολ. ΣΤΕ 601/2012 NOB 2012.376, Ολ.
ΣΤΕ 3087/2011, Ολ Ελ. Συν 2006/2008 Α Δημοσίευση Νόμος, Ολ. ΣΤΕ 647/2004 ΔΕΕ 2004.821,
ΑΕΔ 33/1995 Δνη 1995.571, ΕΔΔΑ της 28-10-1998, Ait Mououb κατά Γαλλίας, της 15-2-2000
GarciaManipardo κατά Ισπανίας, της 19-5-2001 Kreuz κατά Πολωνίας, Απόφαση ΕΔΔΑ της 24-5-
2006 επί της υπόθεσης Λιακόπουλου κατά Ελλάδος στην προσφυγή υπ αριθμ. 20627/2004, σχόλιο
Κ.Μπέη κάτωθι της ΑΠ 9/2002 σε Δίκη 2002.686, Εφετείο Πειραιά 55/2009, Δίκη 2009.246 με
σχόλιο Κ.Μπέη).

Δείτε κασι εδώ

Αν σας φάνηκε χρήσιμο, μπορείτε να το μοιραστείτε:
Facebook Twitter Email

Related Posts

1 Comments

    Leave A Reply