τόκοι δημοσίου: Επιτέλους το δημόσιο με απόφαση ΣτΕ πληρώνει τόκους για φόρο που δεν έπρεπε να είχε επιβάλει σε εταιρία. Ο φόρος αφορούσε εισοδήματα του 1971!!! και η προσφυγή ασκήθηκε το 1990. Η απόφαση του ΣτΕ δημοσιεύτηκε το 2014!!! Οταν εισπράττει το δημόσιο κινείται με αστραπιαία ταχύτητα και δυσθεώρητα πρόστιμα, προσαυξήσεις και τόκους, όταν είναι να πληρώσει η υπόθεση εκδικάζεται 24 χρόνια.

τόκοι δημοσίου

τόκοι δημοσίουΤο εισόδημα του έτους 1971 και ο αχρεωστήτως καταβληθείς φόρος από την εταιρία που της επιβλήθηκε απασχόλησα το ΣτΕ, το οποίο εξέδωσε την με αριθμό 2190/2014 απόφαση του.

43 χρόνια μετά το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο απεφάνθη ότι η έναρξη της τοκοφορίας για τον αχρεωστήτως καταβληθέντα φόροα ξεκινάει από την κατάθεση της προσφυγής (1990) της εταιρίας σε βάρος του ελληνικού δημοσίου, ενώ το ύψος του τόκου που καλείται να πληρώσει το ελληνικό δημόσιο θα ισούται με το επιτόκιο των τρίμηνων ενόκων γραμματίων του ελληνικού δημοσίου από το 1990 μέχρι την εξόφληση.

Εδώ παρατηρούμε ότι όταν είναι να εισπράξει το δημόσιο κινητοποιεί τους μηχανισμούς με αστραπιαία ταχύτητα και με δυσθεώρητα πρόστιμα, προσαυξήσεις και τόκους, όταν είναι να πληρώσει η υπόθεση εκδικάζεται 24 χρόνια με όποιο κόστος συνεπάγεται για το φορολογούμενο.

Και γεννάται το εύλογο ερώτημα από ενα απλό και μέσο συνετό άνρθωπο:

Ποιος μπορεί να αντέξει οικονομικά, ηθικά και ρεαλιστικά ένα δικαστικό αγώνα με το ελληνικό δημόσιο 24 ετών για μια υπόθεση που ξεκίνησε το 1971, ήτοι 43 χρόνια πριν;

Η απάντηση είναι ασφαλώς κανέις. Γιαυτό και οι περισσότεροι φορολογούμενοι πολίτες, ακόμη και όταν έχουν δίκαιο απέναντι στην εφορία και το ελληνικό δημόσιο, δεν κινητοποιούν το μηχανισμό, διότι το σύστημα θα τους συντρίψει σε όλα τα επίπεδα και μέχρι την ημέρα της οριστικής δικαστικής κρίσης είτε θα έχει εκδημήσει εις κύριον ο φορολογούμενος είτε θα έχει πτωχεύσει η εταιρία είτε θα έχει καταρρεύσει οικονομικά με τους πολυδάπανους δικαστικούς αγώνες.

Και ποιο είναι το συμπέρασμα;

Μη τα βάζεις με το “τέρας” που λέγεται Ελληνικό Δημόσιο, εάν σου χρωστάει και πρέπει να σου επιστρέψει χρήματα, γιατί στην καλύτερη θα βρεθείς “ταπί” ενώ ση χειρότερη δε θα μάθεις ποτέ το αποτέλεσμα.

Πάντως, ειλικρινά, αξίζει συγχαρητηρίων, ο άνθρωπος που αποφάσισε να φτάσει μέχρι τέλους την υπόθεση για λογαριασμό της εταιρίας. Ελάτε στη θέση του, το 99% των ανθρώπων στη θέση του (το λέει η εμπειρία και η πρακτική) θα τα είχαν παρατήσει ήδη από το 1990.

Ο άνθρωπος αυτός όμως όχι μόνο δε τα παράτησε αλλά στήλωσε στα ποδια του και είπε το “μολών λαβέ”.

δείτε εδώ το σύντομο ιστορικό της υπόθεσης και ακολούθως το διατακτικό της απόφασης.

Οπως μπορείτε να διακρίνετε στο ιστορικό, από το 1990 μέχρι σήμερα δόθηκαν αρκετές δικαστικές μάχες, καθώς εξαντλούνταν και από τις δύο πλευρές όλες οι ένδικες και δικονομικές δυναότητες.

Δηλαδή δεν έγινε ένα μόνο δικαστήριο που αποφάνθηκε, αλλά περισσότερα με τα σκεπτικά να δίνουν μάχη αλληλοσύσγκρουσης, ώσπου να αποφανθεί το ΣτΕ.

Ας αντιστρέψουμε λίγο τους ρόλους πριν διαβάσουμε το σκεπτικό.

Φανταστείτε εάν το ποσό αυτό το χρωστούσε ο φορολογούμενος στην Εφορία. Η εφορία θα είχε βεβαιώσει το ποσό εντός 60 ημερών.

Σύμφωνα με τον ισχύοντα νόμο δεν θα μπορούσε ο φορολογούμενος να προσφύγει απευθείας στα διοικητικά δικαστήρια καθώς απαιτείται ενδικοφανής προσφυγή εντός 30 ημερών, πριν την κατάθεση προσφυγής στα διοικητικά δικαστήρια.

Στο μεσοδιάστημα τα ποσά θα είχαν καταλογιστεί, ο ΑΦΜ του φορολογούμενου θα ήταν μπλοκαρισμένος και τα όργανα τα εσωτερικά θα αποφάσιζαν για την τύχη της προσφγυής.

Δείτε εδώ ΓΙΑΤΙ Ο ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΦΟΡΙΑΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΤΑΡΓΗΘΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΔΙΔΕΤΑΙ Η ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΣΤΟ ΦΟΡΟΛΟΓΟΥΜΕΝΟ ΝΑ ΠΡΟΣΦΕΥΓΕΙ ΑΠΕΥΘΕΙΑΣ ΣΤΑ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ.

ΠΡΩΤΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ

Αμέσως μετά το δημόσιο απευθύνεται στο φορολογούμενο και του λέει ” Εάν θέλεις να μην προχωρήσω σε κατασχέσεις και πλειστηριασμούς και να μην σε οδηγήσω στην αφάνεια, μπορείς να αναστείλεις τα πρόστιμα αφού ΜΟΥ ΠΛΗΡΩΣΕΙΣ ΤΟ 50% της οφειλής.

Δηλαδή το δημόσιο στη θέση του φορολογούμενου θα μπορούσε να προβεί σε κατασχέσεις σε 90 μέρες από την βεβαίωση του προστίμου, ενώ θα εισέπρατε το 50% της οφειλής για να σταματήσει τις διαδικασίες ΧΩΡΙΣ ΑΚΟΜΗ ΝΑ ΑΞΙΟΛΟΓΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ ΤΟ ΝΟΜΙΜΟ Η ΤΟ ΠΑΡΑΝΟΜΟ ΤΗΣ ΕΠΙΒΟΛΗΣ ΤΟΥ ΦΟΡΟΥ.

Αυτή η διαδικασία που αντιμετωπίζουν όλοι οι φορολογούμενοι σήμερα ονομάζεται ΙΣΗ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΚΑΙ ΦΟΡΟΛΟΥΓΟΥΜΕΝΩΝ.

Δείτε τώρα ο ιστορικό

η εταιρία «........», με την από 24.12.1990 προσφυγή της, που άσκησε στο Διοικητικό 
Πρωτοδικείο Αθηνών, ζήτησε, επικαλουμένη τα άρθρα 345, 346, 910 και 911 του Αστικού Κώδικα, 
να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να της καταβάλει τόκους  επί του ποσού των 21.619.221 
δραχμών, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της, είχε καταβάλει αχρεωστήτως στο Δημόσιο για 
φόρο εισοδήματος, οικονομικού έτους 1971. Υπολόγισε δε τους τόκους αυτούς σε ποσοστό 25% 
ετησίως, αφότου  το ποσό αυτό καταβλήθηκε αχρεωστήτως (σε τέσσερις μηνιαίες δόσεις των 
5.404.810 δραχμών  η καθεμία, η πρώτη την 30.7.1987, η δεύτερη την 31.8.1987, η τρίτη την 
29.9.1987 και η τέταρτη την 29.10.1987) μέχρι της 29.10.1990,  καθώς και τόκους σε ποσοστό 
34% ετησίως από της 30.10.1990 μέχρι της εξοφλήσεως, διαφορετικά, επικουρικώς, τόκους σε 
ποσοστό 34% ετησίως επί του ανωτέρω ποσού από της ασκήσεως της προσφυγής της 
(24.12.1990) μέχρι εξοφλήσεως του ποσού. Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, λαμβάνοντας υπ’ 
όψη του ότι με την υπ’ αριθμ. 11766/1992 απόφασή του υποχρεώθηκε το Ελληνικό Δημόσιο να 
επιστρέψει στην ως άνω εταιρία ποσό δραχμών 21.619.221, διότι τούτο καταβλήθηκε από αυτήν  
αχρεωστήτως ως φόρος εισοδήματος οικονομικού έτους 1971, δέχθηκε εν μέρει,  με την υπ’ 
αριθμ. 11767/1992 απόφασή του, την ως άνω προσφυγή περί καταβολής τόκων και υποχρέωσε 
το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στην ως άνω εταιρία τόκο, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 21 του 
από 26.6/10.7.1994 διατάγματος «περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου», επί του 
ανωτέρω ποσού των 21.619.221 δραχμών, με ποσοστό τόκου 6% ετησίως, από την κατάθεση 
της προσφυγής μέχρι την πλήρη εξόφληση του ποσού αυτού. Κατά της πρωτόδικης αυτής 
αποφάσεως ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις από το Ελληνικό Δημόσιο και την εταιρία «........». Με την 
υπ’ αριθμ. 4039/1996 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκε η έφεση της 
εταιρίας και έγινε δεκτή η έφεση του Δημοσίου, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και, 
ακολούθως, δικάσθηκε και απορρίφθηκε η προσφυγή της εταιρίας περί καταβολής τόκων. Η 
απόφαση, όμως, αυτή του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών αναιρέθηκε με την υπ’ αριθμ. 3548/2000 
απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας κατ’ αποδοχήν αιτήσεως αναιρέσεως της εταιρίας και η 
υπόθεση παραπέμφθηκε εκ νέου στο δικάσαν Διοικητικό Εφετείο. Το τελευταίο αυτό δικαστήριο, 
επιληφθέν εκ νέου της υποθέσεως, εξέδωσε την ήδη αναιρεσιβαλλομένη υπ’ αριθμ. 2334/2002 
απόφασή του. Με την απόφαση  αυτή, στην οποία γίνεται επίκληση τόσο των διατάξεων του 
άρθρου 38 παρ.2 του ν. 1473/1984, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 3 του ν. 2120/1993, 
όσο και του άρθρου 21 του ως άνω Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου,  το δικάσαν 
δικαστήριο  έκανε δεκτό ότι, σε περίπτωση οφειλής του Δημοσίου από αχρεωστήτως 
καταβληθέντες φόρους, υφίσταται υποχρέωση επιστροφής του σχετικού ποσού εντόκως, με 
επιτόκιο 6%, από την άσκηση της προσφυγής, πλην, περαιτέρω, λαμβάνοντας υπ’ όψη ότι με την 
(προηγηθείσα) υπ’ αριθμ. 2333/2002 απόφασή του υπεχρεώθη ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Β.Ε. 
Αθηνών να προβεί σε νέα εκκαθάριση του φόρου εισοδήματος της εταιρίας για το οικονομικό έτος 
1971, κατέληξε ότι οι οφειλόμενοι τόκοι δεν έπρεπε να υπολογισθούν επί του ποσού των 
21.619.221 δραχμών, αλλά επί του ποσού που  θα όφειλε εν τέλει το Δημόσιο  να επιστρέψει στην 
εταιρία  μετά τη νέα εκκαθάριση. Με τις σκέψεις αυτές απορρίφθηκε η έφεση της εταιρίας, έγινε εν 
μέρει δεκτή η έφεση του Ελληνικού Δημοσίου και, κατά μεταρρύθμιση της υπ’ αριθμ. 11767/1992 
αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, έγινε εν μέρει δεκτή η προσφυγή της εταιρίας 
περί καταβολής τόκων.

Ακολούθως το διατακτικό της αποφάσεεως
Κρατεί την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος, δικάζει την έφεση της εταιρίας, την οποία και 
δέχεται εν μέρει κατά το αιτιολογικό   

Μεταρρυθμίζει την υπ’ αριθμ. 11767/1992 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και 
υποχρεώνει το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στην εταιρία τόκους επί του επιστρεπτέου σ’ αυτήν 
-βάσει της υπ’ αριθμ. 2333/2002 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών- ποσού με το 
επιτόκιο που ίσχυσε για τα έντοκα γραμμάτια του Δημοσίου τρίμηνης διάρκειας από την κατάθεση 
της προσφυγής της μέχρι την πλήρη εξόφλησή της.
Αν σας φάνηκε χρήσιμο, μπορείτε να το μοιραστείτε:
Facebook Twitter Email

Related Posts

Leave A Reply