Εισαγγελική Εντολή VS Προστασία Προσωπικών Δεδομένων

Προστασία Προσωπικών Δεδομένων VS Εισαγγελική Εντολή
Τα τελευταία χρόνια έχουν γραφτεί χιλιάδες άρθρα και έχουν διατυπωθεί πολλές απόψεις για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε διάφορες εκφάνσεις της καθημερινότητας των πολιτών. Αντιπροσωπευτικότερο δείγμα αποτελεί η “κρυφή” κάμερα και η παράσταση εικόνων και ήχου χωρίς τη συναίνεση του συμμετέχοντος.

Επίσης, σημαντικό θέμα ανακύπτει με τα εισερχόμενα μηνύματα και κλήσεις στο προσωπικό κινητό τηλέφωνό μας με εξυβριστικό, δυσφημιστικό ή απειλητικό περιεχόμενο.

Δημιουργείται, ασφαλώς, το εύλογο ερώτημα : Μέχρι πιοο σημείο η ευαισθησία των προσωπικών δεδομένων θωρακίζεται πίσω από τις ποινικά κολάσιμες ενέργειες που την προστατεύουν;

Στην καθημερινότητά μας αλλά και στην διαρκής δικηγορική πρακτική πολλοί συνάνθρωποί μας δέχονται εισερχόμενα μηνύματα στο κινητό τηλέφωνό τους με εξυβριστικό και απειλητικό περιεχόμενο, ενέργεις που τιμωρούνται από το ποινικό μας σύστημα με ποινές φυλακίσεως.

Το νέο ερώτημα που δημιουργείται; Πως προστατεύεται ο πολίτης έναντι αυτών των “ανώνυμων” ποινικά κολάσιμων ενεργειών;

Η νόμιμη οδός είναι η κατάθεση μηνύσεων κατά παντός υπευθύνου και κατά αγνώστων στα αρμόδια δικαστικά όργανα. Η τύχη αυτών των μηνύσεων από τη δικαστική πρακτική είναι γνωστή. Οι καταγγελίες αυτές καταλήγουν στο αρχείό αγνώστων δραστών αφού δεν είναι δυνατή η συλλογή πληροφοριών από τους παρόχους κινητής τηλεφωνίας αναφορικά με τα στοιχεία του αποστολέα των “ανώνυμων” μηνυμάτων.

Η αντιπαράθεση που έχει δημιουργηθεί εδράζει στη διατύπωση 2 διαφορετικών απόψεων σχετικά με την Συνταγματική προστασία της επικοινωνίας και του απορρήτοπυ των επικοινωνιών κατά το άρθρο 19 § 1 του Συντάγματος.

Μέχρι και σήμερα η αρχή προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ΔΕΝ ΕΠΙΤΡΕΠΕΙ στους παρόχους κινητής τηλεφωνίας να αποκαλύπτουν τα ονοματεπώνυμα των κατόχων τηλεφωνικών αριθμών παρά μόνο στην περίπτωση που με την αποκάλυψη διασφαλίζεται το δημόσιο συμφέρον.

Η έννοια δημόσιο συμφέρον επιδέχεται πολλές ερμηνείες. Στη πράξη η αποκάλυψη των ονομάτων, η κίνηση των τηλεφωνικών αριθμών διατάσσεται μόνο από τον ανακριτή (τακτικός δικαστής) στα πλαίσια διερεύνησης εγκλήμάτων που από το νόμο χαρακτηρίζονται ως κακουργήματα.

Ετσι, τα πλημμελήμματα της εξύβρισης ή της απειλής παραμένουν απροστάτευτα για τον απειληθέντα και εξυβρισθέντα, ενώ προστατεύεται η ανωνυμία αυτού που τα προκαλεί.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου προς την Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ), σύμφωνα με την οποία οι πάροχοι κινητής τηλεφωνίας είναι υποχρεωμένοι να δίδουν πληροφορίες στις εισαγγελικές αρχές κατόπιν παραγγελίας των τελευταίων, ενώ με τις πληροφορίες αυτές δεν έρχονται σε αντίκρουση με το Σύνταγμα.

Ο βασικός πυρήνας του σκεπτικού του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου εστιάζει σε δύο (2) σημεία (αυτολεξί παράθεση).

Α) Το Σύνταγμα δεν αναφέρεται σε οποιαδήποτε επικοινωνία ή ανταπόκριση μεταξύ προσώπων. Καθιερώνει την προστασία της επικοινωνίας με την έννοια της ανταλλαγής διανοημάτων, ειδήσεων, γνωμών
και συναισθημάτων και ειδικότερα αυτής που γίνεται εντός πλαισίων οικειότητας και εμπιστευτικότητας.

Β) Το απόρρητο της επικοινωνίας προστατεύει το δικαίωμα του ατόμου να μοιράζεται με πρόσωπο της επιλογής του σκέψεις, ιδέες και συναισθήματα χωρίς τον κίνδυνο της αποκάλυψης αυτών σε τρίτους και χωρίς να ζει με το καταθλιπτικό συναίσθημα ότι κάθε αστόχαστη ή υπερβολική έκφραση, στα πλαίσια μιας ιδιωτικής επικοινωνίας, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του.

Συμπέρασμα – ιδιαίτερα ενδιαφέρον

Στις περιπτώσεις των εξυβριστικών, συκοφαντικών ή απειλητικών μηνυμάτων – τηλεφωνημάτων δεν πρόκειται για οικειοθελής επικοινωνία μεταξύ προσώπων. Πρόκειται για μονόπλευρη επιδίωξη τηλεφωνικής ενόχλησης με εγκληματικό περιεχόμενο και ποινικά κολάσιμο σκοπό.

Συνεπώς οι συγκεκριμένες περιπτώσεις δεν αποτελούν ανταλλαγή απόψεων και ουδόλως γίνονται στο πλαίσιο σχέσεως οικειότητας και εμπιστευτικότητας μεταξύ των προσώπων έτσι ώστε να συντρέξει ο δικαιολογητικός λόγος προστασίας του απορρήτου και η διαφύλαξη του προσώπου από τον κίνδυνο παραβιάσεως της εν ευρεία έννοια προσωπικής ελευθερίας του.

Μολονότι και οι 2 πλευρές με την επιχειρηματολογία τους προστατεύουν συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα των πολιτών, το πρόβλημα ίσως να εντοπίζεται στην έκταση του ενός δικαιώματος σε βάρος κάποιου άλλου εξίσου σημαντικό και προστατευκτέο. Παρόλα αυτά καμία από της δύο πλευρές δεν έχει καταφέρει να δεχτεί την άποψη της άλλης.

Το μέλλον και η πρακτική που θα υιοθεηθεί θα χαράξει και το δρόμο της άρσης της όποιας αμφισβήτησης.

Αν σας φάνηκε χρήσιμο, μπορείτε να το μοιραστείτε:
Facebook Twitter Email

Related Posts

Leave A Reply