Μη εγγραφή στο ΤΕΙΡΕΣΙΑ αν και έχει εκδοθεί διαταγή πληρωμής – Σχολιασμός

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
4832/2010

     ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από την Πρόεδρο Πρωτοδικών Ελένη Τζιουβάρα, που ορίστηκε
από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου της Διευθύνσεως του Πρωτοδικείου
Αθηνών, χωρίς Γραμματέα.

     ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια και στο ακροατήριό του, στις 26 Μαΐου 2010, για να
δικάσει την με αριθμό καταθέσεως 2568/18-2-2010, αίτηση,, μεταξύ

     ΤΗΣ Α1ΤΟΥΣΑΣ: εταιρίας με την επωνυμία .......... ΕΠΕ που εδρεύει στη
Μαγούλα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίου
δικηγόρου ..............

     ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία
..............., που εδρεύει στην Αθήνα, που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίου
δικηγόρου ...............

     ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υποθέσεως, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων,
ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα έγγραφα σημειώματά τους.

                       ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
                       ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 

Με την κρινόμενη αίτησή της, η αιτούσα ζητεί να διαταχθεί προσωρινά η μη
εμφάνιση σε αρχεία δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς, που  διατηρούν
πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, της εμφανιζόμενης ως ληξιπρόθεσμης
οφειλής της προς της καθής Τράπεζα, βάσει της υπ΄ αρ. 1154/2010
διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μον. Πρωτοδ. Αθηνών, μέχρι εκδόσεως
οριστικής απόφασης επί της 402/16-2-2010 ανακοπής της κατά της
προαναφερόμενης διαταγής πληρωμής σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν. 3816/2010 και
να καταδικαστεί η καθ' ης στη δικαστική της δαπάνη.

  Η αίτηση αρμόδια εισάγεται να συζητηθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου,
κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (686 επ. ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη
στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 6 του ν.3816/2010. Πρέπει επομένως να
ερευνηθεί περαιτέρω στην ουσιαστική της βασιμότητα.

     Σύμφωνα με το άρθρο 22 του νόμου 5960 /1933, τα πρόσωπα που ενάγονται
από επιταγή, μπορούν να αντιτάξουν κατά του κομιστή, τις ενστάσεις που
στηρίζονται στις προσωπικές σχέσεις, μεταξύ αυτών και του εκδότη ή των άλλων
κομιστών, μόνο αν ο κομιστής κατά τον χρόνο κτήσης της επιταγής, ενήργησε εν
γνώσει του προς βλάβη του οφειλέτη ( βλ ΑΠ 248 / 2001 ΔΕΕ 2001, 888, ΑΠ 280 /
1997 ΔΕΕ 1997. 731 ). Δηλαδή, η καθιερούμενη στην παραπάνω διάταξη αρχή του
απροβλήτου των ουσιαστικών ενστάσεων, κατά την οποία τα πρόσωπα που
ευθύνονται από την επιταγή δεν μπορούν να προτείνουν κατά του νόμιμου κομιστή
αυτής ενστάσεις που στηρίζονται στις προσωπικές σχέσεις αυτών με τον εκδότη ή
προηγουμένους κομιστές, κάμπτεται, μόνον εφόσον εκείνος προς τον οποίο
μεταβιβάσθηκε με οπισθογράφηση η επιταγή διατελούσε κατά την κτήση της σε
κακή πίστη και με την αποδοχή της μεταβιβάσεως σ' αυτόν της επιταγής
ενεργούσε προς βλάβη του πληρωτή.
 Σε περίπτωση που εκείνος σε βάρος του
οποίου εκδόθηκε διαταγή πληρωμής βάσει της επιταγής, στην πληρωμή της οποίας
ενέχεται, ασκήσει ανακοπή, πρέπει να εκθέτει στο σχετικό δικόγραφο αλλά και
να αποδεικνύει τα άνω περιστατικά, διότι η καλή πίστη τεκμαίρεται πάντοτε
( βλ ΑΠ 1594/1997 ΕΕΝ 1999,366). Δηλαδή ο εναγόμενος οφειλέτης της επιταγής
πλην των πραγματικών γεγονότων που απαρτίζουν την ιστορική βάση της σχετικής
ένστασης πρέπει στην ανακοπή του, να περιλαμβάνει και τον ισχυρισμό της εκ
μέρους του αποκτώντος το τίτλο, κατά το χρόνο κτήσης του τίτλου, γνώσης (της
ένστασης) και επιπλέον του γεγονότος ότι αυτός είχε συνείδηση ότι με την εκ
μέρους του απόκτηση του τίτλου ήταν ενδεχόμενο να βλαβεί οφειλέτης. Εάν δεν
αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής τα παραπάνω δύο στοιχεία, η ανακοπή
είναι αόριστη και απορριπτέα ως απαράδεκτη

     Στην προκειμένη περίπτωση, από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του
μάρτυρα της αιτούσας .............., που εξετάσθηκε στο ακροατήριο, των
εγγράφων που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, και από όλη εν γένει
τη διαδικασία πιθανολογείται ότι, θα ευδοκιμήσει ο πρώτος λόγος της ανακοπής
της αιτούσας κατά της παραπάνω με αριθμό 1154/2010 διαταγή πληρωμής του
Δικαστή αυτού του Δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε με βάση τις με αριθμούς
............., ........... και .......... τραπεζικές επιταγές της .......... 

Ειδικότερα πιθανολογήθηκε ότι η αιτούσα εξέδωσε στην Ελευσίνα Αττικής
τις παραπάνω δίγραμμες μεταχρονολογημένες επιταγές, ποσού 50.000 ευρώ
καθεμία, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 310-7-2009 10-8-2009 και 20-8-
2009 αντίστοιχα, πληρωτέες από την Τράπεζα.............ΑΕ, με χρέωση του με
αριθμό ..................... λογαριασμού της, σε διαταγή της ανώνυμης
Εταιρίας ".............................". Τις επιταγές αυτές μεταβίβασε με
οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου, στις 4-3-2009, στη συνέχεια δε η καθ' ης τις
εμφάνισε εμπρόθεσμα προς πληρωμή, στις 31-7-2009, 10-8-2009 και 20-8-2009
αντίστοιχα, στην πληρώτρια Τράπεζα, δεν πληρώθηκαν όμως λόγω ελλείψεως
διαθεσίμου υπολοίπου στο λογαριασμό της αιτούσας - εκδότριας, όπως βεβαιώθηκε
από την τελευταία στο σώμα αυτών και ακολούθως κατόπιν αιτήσεως της καθ' ης
εκδόθηκε σε βάρος της αιτούσας και της λήπτριας εταιρίας, "..............", η
με αριθμό 1154/2010 διαταγή πληρωμής του Δικαστή αυτού του Δικαστηρίου, με
την οποία υποχρεώθηκαν αυτοί εις ολόκληρον ο καθένας να της καταβάλλουν το
ποσό των 150.000 ευρώ πλέον τόκων από την επομένη της εμφανίσεως των επιταγών
αντίστοιχα και εξόδων. 

Κατά της παραπάνω διαταγής πληρωμής άσκησε η αιτούσα την με αριθμό καταθέσεως
402/2010 ανακοπή της με τον πρώτο λόγο της οποίας ισχυρίζεται ότι τις
παραπάνω επιταγές εξέδωσε εις διαταγήν της εταιρίας "....................",
με σκοπό την αγορά από αυτήν μίας αντλίας μπετόν, πλην όμως η τελευταία παρά
τις συνεχείς οχλήσεις της, ουδέποτε μέχρι σήμερα μεταβίβασε ούτε παρέδωσε το
παραπάνω μηχάνημα, παρά τη συμφωνία και για το λόγο ουδέποτε εξέδωσε το
αντίστοιχο τιμολόγιο πώλησης.

Για το λόγο αυτό με την από 1-7-2009 εξώδικη δήλωση της η αιτούσα κατήγγειλε
την παραπάνω αγοραπωλησία, απαίτησε δε να της επιστραφούν τα σώματα των
παραπάνω επιταγών, ταυτόχρονα δε κοινοποίησε την καταγγελία της σύμβασης στην
πληρώτρια τράπεζα ........., καλώντας αυτήν να μην τις πληρώσει σε περίπτωση
εμφάνισης τους, καθιστώντας τα κεφάλαια της μη διαθέσιμα. 

Επίσης γνωστοποίησε στην καθ' ης την καταγγελία της παραπάνω σύμβασης
αγοραπωλησίας διά του από 9-7-2009 εξωδίκου της, (βλ. 11332β/10-7-2009 έκθεση
επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Πειραιά ............).

Η "................................" ουδέποτε επέστρεψε τις παραπάνω επιταγές
καθώς τις είχε ήδη ενεχυριάσει στην καθ' ης τράπεζα προκειμένου να
χρηματοδοτηθεί, την 26-2-2009. 

Κατά το χρόνο αυτό η καθ' ης γνώριζε την ανυπαρξία της οφειλής της αιτούσας
προς την λήπτρια εταιρία, αφού τελευταία αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά
προβλήματα ενόψει των οποίων ενεχύρασε και τις επίδικες επιταγές προκειμένου
να χρηματοδοτηθεί. 

Συνεπώς η καθής γνώριζε τη δυσμενή οικονομική τους κατάσταση καθόσον ήταν
πελάτης της. Επίσης η καθ' ης δεν ζήτησε να λάβει ως όφειλε προς διασφάλιση
της, τιμολόγιο πώλησης ή άλλων στοιχείων από τα οποία αποδεικνυόταν η
εμπορική συναλλαγή με την οποία θα συνδεόταν οι μεταχρονολογημένες επιταγές. 

Επίσης η καθ'ης δεν έκανε ουσιαστικό έλεγχο έτσι ώστε να διασφαλίζεται ότι η
αίτηση από τις επίμαχες επιταγές εδράζεται σε γεγενημένη ήδη απαίτηση και δεν
δόθηκε ως προκαταβολή για προϊόν που θα προσφερόταν αργότερα. 

Κατά συνέπεια αφού δεν της επιδείχθησαν ούτε της προσκομίστηκαν παραστατικά
έγγραφα (τιμολόγια -δελτία αποστολής) από τα οποία θα προέκυπτε η συναλλαγή
της αιτούσας με την ".....................", γνώριζε ότι ήταν δυνατόν να μη
είχε εκπληρωθεί ο σκοπός για τον οποίο είχαν εκδοθεί οι παραπάνω επιταγές των
οποίων γινόταν νόμιμη κομίστρια με οπισθογράφηση. 

Η παράλειψη της καθ' ης να ζητήσει τα νόμιμα παραστατικά συναλλαγής από την
"................", κάτι που επιβάλλεται για την ασφάλεια των συναλλαγών,
ιδιαίτερα μία τράπεζα όπως η καθ' ης οδηγεί στην πιθανολόγηση ότι η τελευταία
γνώριζε ότι με την μεταβίβαση των επιταγών σε αυτήν, ήταν δυνατόν να
ματαιωθεί η προβολή τα ενστάσεως της αιτούσας-εκδότριας των επιταγών κατά της
"............................." περί αδικαιολογήτου πλουτισμού της τελευταίας
σε βάρος της, αφού ποτέ δεν εκτελέστηκε η αγοραπωλησία για την οποία
εκδόθηκαν οι επιταγές και παρά ταύτα δέχτηκε να παραλάβει αυτές προκαλώντας
βλάβη στην αιτούσα, 

Κατόπιν των ανωτέρω πιθανολογήθηκε η ανυπαρξία της οφειλής της αιτούσας βάσει
της οποίας εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές και συνεπώς πρέπει να γίνει
δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η υπό κρίση αίτηση.

Τα δικαστικά έξοδα της καθ' ης πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αιτούσας,
σύμφωνα με το άρθρο 178 παρ 3 του Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως ειδικότερα
ορίζεται στο διατακτικό.

                         ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων

ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ προσωρινά τη μη εμφάνιση σε αρχεία δεδομένων οικονομικής
συμπεριφοράς, που διατηρούν πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, της
εμφανιζόμενης ως ληξιπρόθεσμης οφειλής της προς την καθής Τράπεζα, βάσει της
υπ' αρ. 1154/2010 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μον.Πρωτοδ, Αθηνών, μέχρι
εκδόσεως οριστικής απόφασης επί της με αρ κατ. 402/2010 ανακοπής της κατά της
προαναφερόμενης διαταγής πληρωμής,

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της αιτούσας τα δικαστικά έξοδα της καθ' ης τα οποία
ορίζει σε τριακόσια πενήντα (350)ευρώ

Σχόλιο

Ιδιαίτεραο ενδιαφέρον παρουσιάζει το σκεπτικό του δικαστηρίου, που ως Μονομελές που δικάζει τκατα τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων πιθανολογεί ότι θα είναι βάσιμη η ανακοπή του αιτούντος.


Είναι σύνηθες στη συναλλακτική πρακτική να πουλούνται εμπορεύματα και να εκδίδονται τιμολόγια πώλησης με πίστωση του τιμήματος για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα.

Επίσης είναι σύνηθες το τίμημα να καταβάλεται με την έκδοση μεταχρονολογημένων επιταγών.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση φαίρεται ότι πουλήθηκεένα μηχάνημα. Εκδόθηκαν επιταγές που θα αποπλήρωναν το τίμημα της πώλησης. Ο πωλητής όπως συνήθως γίνεται οπισθογράφησε την επιταγή και στη συνέχεια ουδέποτε παραδόθηκε μηχάνημα και ουδέποτε εξεδόθησαν τιμολόγια. Άρα η αιτία για την οποία

ο αγοραστής εξέδωσε τις επιταγές (δηλαδή η αποπληρωμή του μηχανήματος) δεν επακολούθησε, συνεπώς τα χρήματα των επιταγών ουδόλως έπρεπε να ζητηθούν από τον πωλητή.

Μη ξεχνάμε όμως ότι η επιταγή είναι αξιόγραφο εις διαταγήν. Η πληρώτρια τράπεζα είναι υποχρεωμένη να την πληρώσει στο νόμιμο κομιστή της. Συνεπώς, μπορούμε να φανταστούμε

πόσο δύσκολο είναι σε μία τέοια περίπτωση η επιταγή να επιστραφεί στον εκδότη της, όταν μάλιστα δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πόσες φορές οπισθογραφήθηκε και σε ποιον κομισή βρίσκεται αυτή τη στιγμή.

Σε τέτοιες περιπτώσεις η μόνη λύση είναι η ανακοπή και η λήψη ασφαλιστικών μέτρων προκειμένου να αποφευχθεί η περαιτέρω ζημία και να σταματήσει η διαδικασία της εκτέλεσης.

Βέβαια, δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα όσο τα περιγράφω. Στην απόφαση γίνεται μία εκτενής ανάλυση (με την οποία ο τακτικός δικαστής θα ασχοληθεί πολύ σημαντικά) αναφορικά με τις προσωπικές ενστάσεις που παρέχει ο νόμος στους οπισθογράφους και τη γνώση του κομιστή που ενεργεί προς λάβη ορισμένων συμφερόντων.

Όπως αντιλαμβάνεστε τα συγκεκριμένα γεγονότα χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής, δεδομένων των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υποθέσεως και της καθημερινής πρακτικής που συνεχώς ευφευρίσκει τρόπους  για να αναγκάζει την νομολογία να την ακολουθεί.

Αν σας φάνηκε χρήσιμο, μπορείτε να το μοιραστείτε:
Facebook Twitter Email

Related Posts

Leave A Reply