αυξημένο παράβολο στα διοικητικά: Αντισυνταγματικό το αυξημένο παράβολο για το παραδεκτό ενδίκου βοηθήματος στα Διοικητικά δικαστήρια – ΔΠρΑθ.59/2012

αυξημένο παράβολο στα διοικητικά

αυξημένο παράβολο στα διοικητικά

αυξημένο παράβολο στα διοικητικά

Ιδιαίτερα ενδιαφέρον παρουσιάζεται το σκεπτικό του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών αναφορικά με το παραδεκτό συζητήσεως του ενδίκου βοηθήματος της ανακοπής λόγω έλλειψης συμπλήρωσης του αυξημένου παραβόλου που επιβλήθηκε μετά τη ψήφιση του νόμου 3900/2010 άρθρο 45 παρ.1.

Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη τροποποίηση του νόμου ήταν υποχρεωτικό για τους διαδίκους μιας διοικητικής δίκης, η υπόθεση των οποίων εκκρεμούσε προς συζήτηση, να συμπληρώσουν το προηγούμενο παράβολο των 25 ευρώ μέχρι να καλύψουν το ποσό των 100 ευρώ.

Ο συγκεκριμένος νόμος επέβαλε την καταβολή παραβόλου στις νέες και ήδη κατατεθειμένες υποθέσεις των διοικητικών δικαστηρίων την κατάθεση παραβόλου ύψους 100 ευρώ και εξάρτησε την συγκεκριμένη καταβολή του ποσού με το παραδεκτό της συζητήσεως της υποθέσεως.

Στη προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο έκρινε ότι η επιβολή του συγκεκριμένου ποσού και η εξάρτησή του με το παραδεκτό της συζητήσεως της υποθέσεως είναι αντισυνταγματικό και προχώρησε στην συζήτηση της υπόθεσης χωρίς τη συμπλήρωση του παραβόλου μέχρι του ποσού των 100 ευρώ.

Μέρος του σκεπτικού της αποφάσεως.

Όπως έχει κριθεί (πρβλ. ΑΕΔ 33/1995, ΣτΕ 647/2004 Ολομ., ΣτΕ 2531/2005 κα), από τα
άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος [δικαίωμα δικαστικής προστασίας] και 6 της Ευρωπαϊκής
Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.) που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 (ΦΕΚ 256
Α΄) και έχει, κατ’ άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών
νόμων [δικαίωμα σε δίκαιη δίκη] δεν αποκλείεται στον κοινό νομοθέτη να θεσπίζει δικονομικές
προϋποθέσεις και γενικότερα διατυπώσεις για την πρόοδο της δίκης, αρκεί αυτές να συνάπτονται
προς τη λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης
και, περαιτέρω, να μην υπερβαίνουν τα όρια εκείνα, πέραν των οποίων επάγονται την άμεση ή
έμμεση κατάλυση του ατομικού δικαιώματος παροχής έννομης δικαστικής προστασίας που
προστατεύεται από τις ανωτέρω διατάξεις.

Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ύστερα από τις δύο διαδοχικές νομοθετικές επεμβάσεις που
προαναφέρθηκαν [ήτοι αυτή που έλαβε χώρα με το άρθρο 35 του ν. 3659/2008 και αυτή που
έλαβε χώρα με το άρθρο 45 του ν. 3900/2010], το παράβολο που προβλέπεται από την παρ. 2 του
άρθρου 277 του Κ.Δ.Δ., μεταξύ άλλων ένδικων βοηθημάτων και για την ανακοπή, υπέρ-
εικοσαπλασιάστηκε σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα [και ειδικότερα από € 4,40 που
οριζόταν μέχρι τις 8.6.2008 ορίστηκε από την ημερομηνία αυτή και μέχρι την 31.12.2010 σε € 25,
ενώ ήδη από 1.1.2011 ορίζεται σε € 100]. Ενόψει τούτου, η επιβάρυνση που συνεπάγεται πλέον για
τον διοικούμενο η υποχρέωση καταβολής του εν λόγω αναπροσαρμοσμένου παραβόλου, το οποίο
ισοδυναμεί περίπου με τρία ημερομίσθια ανειδίκευτου εργάτη [βλ. την Εθνική Γενική Συλλογική
Σύμβαση Εργασίας (Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.) των ετών 2010, 2011 και 2012 (Πράξη Κατάθεσης 14/16.7.2010) με
την οποία καθορίστηκε η τιμή του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη (Η.Α.Ε.) από 1.7.2011
έως 30.6.2012 σε € 33,57], δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ασήμαντη, τούτο δε πολύ
περισσότερο στην παρούσα διεθνή και ελληνική οικονομική συγκυρία. Συνεπώς, αντίθετα από όσα
έχουν γίνει και νομολογιακά δεκτά (βλ. την 1583/2010 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου
της Επικρατείας κα) για το παράβολο ύψους € 4,40 που προβλεπόταν από την παρ. 2 του άρθρου
277 του Κ.Δ.Δ. πριν επέλθει η πιο πάνω αναπροσαρμογή, ήτοι πριν την ισχύ του άρθρου 35 του ν.
3659/2008 (το οποίο πράγματι ήταν ιδιαίτερα μικρό), το ισχύον αναπροσαρμοσμένο παράβολο
είναι ικανό από τη φύση του να παρεμποδίσει το δικαίωμα του διοικουμένου να προσφύγει ενώπιον
του διοικητικού δικαστηρίου. Κατ’ ακολουθία, οι παρ. 1 και 2 του άρθρου 277 του Κ.Δ.Δ., οι
οποίες συναρτούν το παραδεκτό της ανακοπής με την κατάθεση του παραπάνω
αναπροσαρμοσμένου παραβόλου, θεσπίζουν περιορισμό του δικαιώματος παροχής δικαστικής
προστασίας, ο οποίος πλέον καθίσταται υπέρμετρος και άρα μη ανεκτός από τις προαναφερόμενες
διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 της Ε.Σ.Δ.Α. Για το λόγο αυτό οι παρ. 1
και 2 του άρθρου 277 του Κ.Δ.Δ., κατά το μέρος που προβλέπουν ως προϋπόθεση του
παραδεκτού της ανακοπής την καταβολή παραβόλου ύψους € 100 είναι ανίσχυρες, διότι
αντίκεινται στις ως άνω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις. Ως αποτέλεσμα, άλλωστε, της αντίθεσης
των διατάξεων αυτών στα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 της Ε.Σ.Δ.Α., οι διατάξεις
αυτές δεν τυγχάνουν εφαρμογής και συνεπώς εάν τυχόν σε συγκεκριμένη περίπτωση έχει
καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό παραβόλου, το καταβληθέν παράβολο επιστρέφεται στον διάδικο
που το κατέβαλε ανεξαρτήτως της έκβασης της δίκης, ενώ, σε κάθε περίπτωση απόρριψης του
ένδικου βοηθήματος δεν αναζητείται το ελλείπον παράβολο (πρβλ. ως προς το τελευταίο τούτο
ΣτΕ Ολ. 3470/2007, ΣτΕ 246/2010, ΣτΕ 1757/2010, ενώ άλλωστε σχετικό επιχείρημα μπορεί να
αντληθεί και από τη ρύθμιση της παρ. 11 του άρθρου 277 του Κ.Δ.Δ. σύμφωνα με την οποία η
επιστροφή του πέραν του νόμιμου ποσού παραβόλου διατάσσεται ανεξάρτητα από την έκβαση της
δίκης).

Ενόψει των όσων έγιναν δεκτά ανωτέρω, η κρινόμενη ανακοπή ασκείται παραδεκτώς παρότι
δεν συμπληρώθηκε το αρχικό παράβολο ύψους € 4,50 που καταβλήθηκε κατά την άσκησή της.
Επομένως η ανακοπή αυτή πρέπει να εξεταστεί κατά το νόμο και την ουσία.
[…]

Αν σας φάνηκε χρήσιμο, μπορείτε να το μοιραστείτε:
Facebook Twitter Email

Related Posts

Leave A Reply