καταχρηστικοί γοσ τραπεζών ι: ΑΠ 2037/2014- Το συμβατικό επιτόκιο πιστωτικής κάρτας 15,90% σε σχέση με τα εξωτραπεζικά επιτόκια. Η αναίρεση της εφετειακήςγια πλημμελη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων από το εφετείο.

καταχρηστικοί γοσ τραπεζών ι

καταχρηστικοί γοσ τραπεζών ι

καταχρηστικοί γοσ τραπεζών ι

Ο Άρειος Πάγος αναιρεί απόφαση του Εφετείου Αθηνών που στήριξε την καταχρηστικότητα ΓΟΣ όσον αφορά το ύψος του συμβατικού επιτοκίου από χρήση πιστωτικής κάρτας.

Στο σκεπτικό της αποφάσεως γίνεται διάκριση μεταξύ συμβατικού επιτοκίου, νομίμου επιτοκίου, επιτοκίου υπερημερίας και επιδικίας καθώς επίσης και εξωτραπεζικού επιτοκίου. Ταυτόχρονα περιγράφεται αναλυτικά η διαδρομή και η ιστορία και εξέλιξη των επιτοκίων καθώς και ο σκοπός θέσπισης ανωτάτων ορίων εξωτραπεζικών επιτοκίων και γίνεται σύνδεση μεταξύ τους για να διαπιστωθεί ο λογος για τον οποίο θεσπίστηκαν.

Παράλληλα, ο ΑΠ περιγράφει τη σκοπιμότητα ύπαρξης τραπεζικών και εξωτραπεζικών επιτοκίων, τον τρόπο με τον οποίο αναπροσαρμόζονται αμφότερα τα επιτόκια,  τα όργανα που τα διαχειρίζονται αλλά και το αποτέλεσμα που θέλουν αυτά να προστατέψουν.

Παραθέτουμε αποσπάσματα της αποφάσεως για του λόγου το αληθές.

Από το παραδεκτά
επισκοπούμενο δικόγραφο της αγωγής προκύπτει, ότι σ’ αυτό εκτίθενται, ότι η αναιρεσίβλητη στις
16-11-2004 μέσω της επιχείρησης αισθητικής, που είχε τον διακριτικό τίτλο «…» και ήταν
συμβεβλημένη με την αναιρεσείουσα υπέβαλε προς την τελευταία έντυπη αίτηση για την έκδοση
πιστωτικής κάρτας, την οποία αυτή εξέδωσε συμβαλλόμενη μαζί της, ότι κατά την κατάρτιση της
σύμβασης δεν απετέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης το ύψος του ετήσιου τραπεζικού
επιτοκίου για την προς αυτή χρηματική χορήγηση, ότι, ενώ το νόμιμο, δικαιοπρακτικό, τραπεζικό
επιτόκιο, όπως είχε καθορισθεί από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το σχετικό νόμο,
ανερχόταν στο χρόνο της σύμβασης [16-11-2004] σε ποσοστό 8% ετησίως, η αναιρεσείουσα
αξίωσε ετήσιο επιτόκιο, που ανερχόταν σε ποσοστό 15.90%, το οποίο εισέπραξε, ότι τόσο στην
έντυπη αίτηση, την οποία η αναιρεσείουσα είχε προσχεδιάσει ως απευθυνόμενη σε αόριστο αριθμό
καταναλωτών, που ενδιαφέρονταν για την απόκτηση και χρήση πιστωτικής κάρτας, όσο και στον
έντυπο, έχοντα τον αριθμό 1, γενικό όρο συναλλαγών (Γ.Ο.Σ), που, ομοίως, απευθυνόταν σε
αόριστο αριθμό υποψηφίων καταναλωτών, αναγραφόταν, ότι το ετήσιο τραπεζικό (συμβατικό)
επιτόκιο ανερχόταν στο ύψος του 15,90% επί του εκάστοτε άληκτου πιστωθέντος κεφαλαίου,
δηλ. του υπολοίπου, χωρίς να συμπεριλαμβάνεται σ’ αυτό και η προβλεπόμενη εισφορά του ν.
128/1975, με την άθροιση της οποίας το συνολικό ετήσιο επιτόκιο ανέβαινε σε ποσοστό 16,50%,
ότι στην αναιρεσείουσα απευθύνθηκε η αναιρεσίβλητη, γιατί αποτελεί κορυφαίο χρηματοπιστωτικό
ίδρυμα στην Ελλάδα και είχε διαφημιστεί το όλο πρόγραμμα από τα Μ.Μ.Ε. και τα διαφημιστικά
φυλλάδια των συμβεβλημένων μαζί της εμπορικών εταιρειών, μεταξύ των οποίων και η
αντισυμβαλλόμενη εταιρεία «…..», ότι διαψεύστηκε η εμπιστοσύνη, που επέδειξε η αναιρεσίβλητη
προς την αναιρεσείουσα με την επιλογή και απόκτηση της κάρτας της αναιρεσείουσας,
παραβλέποντας κάρτες άλλων τραπεζών, διότι, τελικώς, διαπίστωσε, ότι η τελευταία της απέκρυψε
υπαιτίως το απολύτως ενδιαφέρον για την αναιρεσίβλητη γεγονός, ότι, ενώ το ανώτατο
επιτρεπόμενο συμβατικό (τραπεζικό) επιτόκιο για την απόκτηση και χρήση της πιστωτικής κάρτας
ανερχόταν σε 8%, αυτή δέχθηκε να πληρώσει συμβατικό, τραπεζικό, επιτόκιο 15,90%, που ήταν
πολύ μεγαλύτερο από το οικείο εξωτραπεζικό και ότι με την επιβολή από την αναιρεσείουσα του
τελευταίου [15,90%] μη νομίμου επιτοκίου αντί του, κατά τις 16-11-2004, νομίμου, που ήταν 8%
ετησίως, αναγκάστηκε να εξοφλήσει μέχρι και τις 27-5-2005 την αναιρεσείουσα καταβάλλοντας
εκτός από το ποσό των 900 €, που ενσωμάτωνε το κεφάλαιο και άλλο ποσό 81,92 €, που
εξέφραζε τους τόκους και έτσι άκυρα, καταχρηστικά και μη νόμιμα επιβαρύνθηκε η αναιρεσίβλητη
με μεγαλύτερο ποσοστό τόκου και υπέστη αυτή τελικά συνολική περιουσιακή ζημία 44,64 €. Με
αυτά τα πραγματικά περιστατικά ζητούσε η αναιρεσίβλητη ν’ αναγνωρισθεί και στη συνέχεια να
απαγγελθεί η ακυρότητα του έχοντος αριθμό 1 Γ.Ο.Σ στην παραπάνω έντυπη αίτηση και στην
εντεύθεν καταρτισθείσα μεταξύ αυτής και της αναιρεσείουσας ένδικης σύμβασης, όπου το ύψος
του επιτοκίου από τη χρήση της πιστωτικής κάρτας εκ μέρους της αναιρεσίβλητης καθοριζόταν σε
15,90% επί ποσού κεφαλαίου 900,00 €. Από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρετικά
προσβαλλόμενης απόφασης, πρώτον κατά το μέρος της νομικής υπαγωγής των πραγματικών
περιστατικών της αγωγής, που γίνεται σ’ αυτήν και δεύτερον κατά το μέρος της παράθεσης των
ουσιαστικών διαπιστώσεων στην ελάσσονα πρότασή της, ώστε με την περαιτέρω υπαγωγή αυτών
στις διατάξεις του ουσιαστικού νόμου να κριθεί, αν, στο δεύτερο βαθμό, υπήρξε λανθασμένη
εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, προέκυψε, ότι έγιναν δεκτά από αυτή τα
ακόλουθα: Σύμφωνα με την ΠΔ/ΤΕ υπ’ αριθμ. 2286/28.1.1994, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση
του άρθρου 1 του ν. 1266/1982, σχετικώς με τα καταναλωτικά δάνεια και τα χρεωστικά υπόλοιπα
λογαριασμών πιστωτικών δανείων, τα επιτόκια καθορίζονται ελεύθερα από τα πιστωτικά
ιδρύματα, με την επιφύλαξη όμως των διατάξεων περί ελαχίστων επιτοκίων χορηγήσεων που
τυχόν ισχύουν. Η επέμβαση του νομοθέτη στην περίπτωση αυτή περιορίζεται στη ρύθμιση των
εξωτραπεζικών μόνο επιτοκίων. Τα εξωτραπεζικά επιτόκια παρά τον περιορισμό τους στις
εξωτραπεζικές συναλλαγές δεν παύουν να έχουν γενικότερη κοινωνική και οικονομική σημασία και
να αφορούν και αυτά τις σχετικές προς τούτο τραπεζικές συμβατικές σχέσεις – συναλλαγές, ότι ο
κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος στην ελεύθερη διαμόρφωση των τραπεζικών
επιτοκίων είναι η συμπίεσή τους κάτω από τα όρια των εξωτραπεζικών και με την έννοια αυτή η
συμφωνία για επιτόκια που υπερβαίνουν τα ανώτατα όρια δεν παύει να απαγορεύεται από το νόμο,
δηλαδή, από το άρθρο 281 ΑΚ σε συνδυασμό και με τα άρθρα 288, ΑΚ 4 § 1, 2 και 25 § 3 του
Συντάγματος. Ενόψει των ανωτέρω γενικός όρος που επιτρέπει στην τραπεζική ανώνυμη εταιρεία
να καθορίζει εκάστοτε συμβατικό τόκο με τον οποίο θα χρεώνεται ο λογαριασμός του πελάτη –
καταναλωτή στις περιπτώσεις τμηματικών εξοφλήσεων, με καταβολές δόσεων, όπως, ομοίως
συμβαίνει και στις χορηγούμενες από τις Τράπεζες πιστωτικές κάρτες είναι καταχρηστικός και
συνεπώς άκυρος λόγω της αντίθεσής του προς το άρθρο 2 § 7 περίπτ. ια’ του ν. 2251/94 σε
συνδυασμό και με το άρθρο 2 § 1, 3, 10 του ίδιου ως άνω νόμου. Το τραπεζικό επιτόκιο υπερέβη
το εξωτραπεζικό, κάτι που δεν είναι επιτρεπτό και καθιστά καταχρηστική την άσκηση του
δικαιώματος από την τράπεζα. Το ανώτατο νόμιμο ετήσιο δικαιοπρακτικό επιτόκιο του 8% είχε
καθορισθεί και ίσχυε κατά το χρόνο της σύμβασης βάσει της από 5-6-2003 απόφασης της
Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας δυνάμει του άρθρου 3 παρ.2 ν. 2842/2000 (Π.Υ.Σ 1/14-1-2000),
που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 207/27-9-2000 και εφαρμοζόταν και στην ένδικη σύμβαση, όπου ρητά
είχε συμφωνηθεί επιτόκιο 15,60%, το οποίο όμως δε μεταβλήθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της
σύμβασης. Ο εν λόγω όρος είναι καταχρηστικός με βάση το γενικό κριτήριο του νόμου, δηλαδή,
κατά το άρθρο 2 παρ. 6 ν. 2251/94 όπως το πρώτο εδάφιο της παρ. 6 που είχε αυτή αντικ. από
την παρ. 24 του άρθρου 10 του ν. 2741/1999 αντικ. από την παρ. 2 του άρθρου 2 του ν.
3587/2007. Στις ακολουθούσες ουσιαστικές διαπιστώσεις της ελάσσονος πρότασης γίνονταν
δεκτά, ότι στις 16-11-2004 μέσω της επιχείρησης αισθητικής «…….» η αναιρεσίβλητη υπέβαλε προς
την αναιρεσείουσα Τράπεζα την υπ’ αριθμό … έντυπη αίτηση για έκδοση πιστωτικής κάρτας. Με
βάση αυτήν η αναιρεσίβλητη συμβλήθηκε με την αναιρεσείουσα και η τελευταία εξέδωσε την …
πιστωτική κάρτα. Η έννομη σχέση που είχε συναφθεί μεταξύ των διαδίκων έφερε το χαρακτήρα
έμμισθης εντολής στη διάρκεια της οποίας η αναιρεσείουσα ανέλαβε έναντι πληρωμής συνδρομής
προς αυτήν από την αναιρεσίβλητη ύψους 25 ευρώ να εξοφλεί τις ανειλημμένες υποχρεώσεις της
τελευταίας έναντι του κέντρου αισθητικής, ώστε η αναιρεσίβλητη να παρακολουθήσει πρόγραμμα
αισθητικής του προσώπου της αλλά και να μπορεί να συμβάλλεται με όλες γενικά τις
συμβεβλημένες με την αναιρεσείουσα επιχειρήσεις προς απόκτηση εκ μέρους της καταναλωτικών
αγαθών και υπηρεσιών μέσα στο συμφωνημένο όριο του πιστωθέντος χρηματικού ποσού των
1500 €. Μεταξύ των γενικών όρων συναλλαγών, που περιλαμβάνονταν στην εν λόγω έντυπη
αίτηση, ήταν και ο υπ’ αριθμό (1) γενικός όρος συναλλαγών (ΓΟΣ) κατά τον οποίο το βασικό
επιτόκιο για τη χρήση της πιστωτικής κάρτας … προβλέφθηκε ν’ ανέλθει σε 15,90% επί του
εκάστοτε άληκτου πιστωθέντος κεφαλαίου (υπολοίπου), χωρίς να συμπεριλαμβάνεται η
προβλεπόμενη εισφορά του ν. 128/1975, με την άθροιση της οποίας το συνολικό ετήσιο επιτόκιο
ανερχόταν σε 16,50%. Το εν λόγω επιτόκιο υπερέβαινε το ανώτατο νόμιμο ετήσιο δικαιοπρακτικό
επιτόκιο του 8%, όπως αυτό είχε καθορισθεί και ίσχυε κατά το χρόνο της σύμβασης με βάση την
από 5-6-2003 απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας δυνάμει του άρθρου 3 παρ. 2. ν.
2842/2000 (Π.Υ.Σ. 1/14-1-2000), …. . Στις 22.11.2004 η αναιρεσίβλητη χρησιμοποίησε την επίδικη
πιστωτική κάρτα για να παρακολουθήσει στο υποκατάστημα της «……» στη … πρόγραμμα
αισθητικής προσώπου αξίας 900 ευρώ και επιβαρύνθηκε για χρήση της κάρτας με το
προαναφερθέν επιτόκιο 15,90% επί του ποσού των 900 ευρώ πλέον της προβλεπόμενης εισφοράς
του ν.128/1975 από 0,60%, που προσαύξανε το ένδικο επιτόκιο, και, με την άθροιση της οποίας
το ετήσιο επιτόκιο ανερχόταν πλέον σε 16,50% επί του πιστωθέντος ποσού των 900 ευρώ. Την εν
λόγω οφειλή της προς την αναιρεσείουσα εξόφλησε πλήρως η αναιρεσίβλητη, καίτοι η «LIPOGEN»
έκλεισε λίγες ημέρες μετά την έκδοση της πιστωτικής κάρτας, καταβάλλοντας σταδιακώς στο
χρονικό διάστημα από 22-11-2004 έως 27-5-2005, δηλαδή για χρονικό διάστημα 189 ημερών, το
ποσό των 900 ευρώ για κεφάλαιο και 81,92 ευρώ για τόκους. Με την καταβολή από την
αναιρεσίβλητη και την είσπραξη από την αναιρεσείουσα από τα αρμόδια όργανά της, για
λογαριασμό της, ποσού 81,92 € για τόκους, με βασικό επιτόκιο 15,90% αντί του ανώτατου κατά
την αντίστοιχη χρονική περίοδο εξωτραπεζικού δικαιοπρακτικού τόκου 8%, επήλθε μη νόμιμος
εκτοκισμός, γεγονός, που είχε ως αποτέλεσμα η αναιρεσίβλητη να υποστεί ζημία στην περιουσία
της 44,64 €, καθόσον στο χρονικό διάστημα 22.11.2004 έως 27.5.2005 έπρεπε να είχαν
εισπραχθεί ως τόκοι ποσό 37,28 €. Επομένως, παράνομα, είχε χρεώσει η πιστώτρια αναιρεσείουσα
το λογαριασμό εξυπηρέτησης της κάρτας με το παραπάνω κονδύλιο τόκων και επιβάρυνε έτσι με
«υπέρμετρους» τόκους τη νόμιμη οφειλή της αναιρεσίβλητης από τη χρήση της κάρτας. Το
παρανόμως εκτοκισθέν ποσό των 44,64 € ενσωματώθηκε επίσης παράνομα στο συνολικό
πληρωτέο ποσό των 981,92 € λόγω του παράνομου επιτοκίου των 15,90 €, ενώ έπρεπε να
υπολογισθεί μόνο με το νόμιμο επιτόκιο του 8%. Με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και της
λογικής ουδέποτε δέχθηκε η αναιρεσείουσα ο ως άνω σχετικός με το επιτόκιο Γ.Ο.Σ. να αποτελέσει
αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης και έτσι η παράνομη επιβολή του επιτοκίου των 15,90%
από την ίδια έγινε κατά παράβαση των διατάξεων περί ανωτάτων ορίων του νόμιμου
(δικαιοπρακτικού) τόκου και προξένησε περιουσιακή ζημία στην αναιρεσίβλητη. Εκτός αυτού ο
ίδιος Γ.Ο.Σ. είχε ως αποτέλεσμα τη σημαντική και ουσιώδη διατάραξη της ισορροπίας των
δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων, που προέρχονταν από τη σύμβαση με βλάβη της
αναιρεσίβλητης. Επίσης, η αναιρεσείουσα υπαιτίως παρά τις γενόμενες από την ίδια πολλαπλές
διαφημίσεις του προϊόντος της, στις οποίες έδωσε αμέριστη πίστη η αναιρεσίβλητη, επέβαλε
επιτόκιο εις βάρος της τελευταίας το οποίο ανερχόταν σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό από το ισχύον
τότε νόμιμο δικαιοπρακτικό επιτόκιο, δηλαδή σε ποσοστό 15,90% ετησίως τουλάχιστον, ενώ το
νόμιμο δικαιοπρακτικό επιτόκιο, που ίσχυε στο ίδιο χρονικό διάστημα, ήταν 8% ετησίως.
Επιπροσθέτως, η αναιρεσίβλητη υπέστη ηθική βλάβη προς αποκατάσταση της οποίας πρέπει να της
επιδικασθεί ανάλογη χρηματική ικανοποίηση, η οποία, ενόψει της έντασης και του είδους της
προσβολής, του βαθμού και του είδους της υπαιτιότητας των προστηθέντων οργάνων της
αναιρεσείουσας, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης αμφοτέρων των διαδίκων και όλων
των συνθηκών γενικά, ανέρχεται στο εύλογο ποσό των 1000 ευρώ. Με αυτές τις πραγματικές
διαπιστώσεις η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε, ότι η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως
κατ’ ουσίαν βάσιμη και ν’ αναγνωρισθεί: α] η ακυρότητα του υπ’ αρ. [1] γενικού όρου
συναλλαγών, που περιέχεται στο κεφάλαιο των επιβαρύνσεων και υποχρεώσεων κατόχων της πιο
πάνω από 16-11-2004 και με αριθμό … έντυπης αίτησης και της εντεύθεν καταρτισθείσας με την
αναιρεσείουσα σύμβασης σχετικά με το ανερχόμενο σε 15,90% ύψος του επιτοκίου σε κεφάλαιο
900 € από τη χρήση της πιστωτικής κάρτας εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, β) οφειλή της
αναιρεσείουσας προς καταβολή στην αναιρεσίβλητη 1044,64 ευρώ [44,64+1000 €], με το νόμιμο
τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση και στη συνέχεια με τις εκεί
σκέψεις απέρριψε την έφεση κατ’ ουσίαν. Όμως υπό τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε
παραπάνω το εφετείο συντελέσθηκε η παραβίαση των προπαρατεθέντων ουσιαστικών κανόνων
δικαίου, καθόσον ο προσδιορισμός και η συμφωνία για τραπεζικό επιτόκιο, που υπερβαίνει το
εξωτραπεζικό δεν καθιστά αυτό παράνομο και ως εκ τούτου άκυρο, ενώ ο διατυπωμένος στην
προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση δικανικός συλλογισμός υπήρξε εσφαλμένος τόσο στη μείζονα
πρόταση [νομική διάταξη] όσο και στην ελάσσονα πρόταση [πραγματικές παραδοχές] με συνέπεια
την παραγωγή λανθασμένου διατακτικού. Περαιτέρω, οι νομικές παραδοχές της
αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης είναι λανθασμένες, καθόσον εδράζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση
και συγκεκριμένα, ότι το όριο των επιτοκίων όλων ανεξαιρέτως των τραπεζικών συναλλαγών
ανακύπτει με βάση το νομοθετικά καθοριζόμενο επιτόκιο για τις εξωτραπεζικές συναλλαγές. Το
δικαιοπρακτικό επιτόκιο και τα τραπεζικά επιτόκια αποτελούσαν ανέκαθεν δύο διακριτά μεταξύ
τους και μάλιστα μη συγκρίσιμα μεγέθη, που δεν επικαλύπτονταν από άποψη πεδίου εφαρμογής,
υποκείμενα σε απολύτως μη επικαλυπτόμενες ρυθμίσεις [άρθρο 2 παρ. 3 ν.δ. 588/1948, σε
συνδυασμό με το άρθρο 1 του ν 1266/1982, όπως ισχύει και το άρθρο 15 παρ. 5 του ν.
876/1979], αφού καθεμία κατηγορία ρυθμιζόταν από διαφορετικά όργανα με διαφορετικές
νομοθετικές εξουσιοδοτήσεις, τα δε ονομαστικά επιτόκια των πιστωτικών καρτών και γενικότερα
τα τραπεζικά επιτόκια διαμορφώνονταν ελεύθερα, σύμφωνα με την αρχή της οικονομίας της
ανοικτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό και τις διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας [άρθρα 2,
4, 105 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας], ενώ, στη διαμόρφωση των
τραπεζικών επιτοκίων χορηγήσεων, πέραν του κόστους του χρήματος, ιδιαίτερη σημασία
ανέπτυσσαν ο πιστωτικός κίνδυνος και το λειτουργικό κόστος. Η απελευθέρωση των τραπεζικών
επιτοκίων στόχευσε στην ανάπτυξη του ανταγωνισμού μεταξύ των τραπεζών και τούτο είχε ως
αποτέλεσμα να καθορίζουν πλέον οι ίδιες οι τράπεζες τα συμβατικά επιτόκια χορηγήσεων, χωρίς να
δεσμεύονται από το ύψος των εξωτραπεζικών επιτοκίων. Ενόψει του ότι δεν είναι παράνομο το
επιτόκιο δεν είναι άκυρος ο όρος και η σύμβαση που κατάρτισαν οι διάδικοι, ενώ δεν υπάρχει το
στοιχείο του παρανόμου για να θεμελιωθεί αξίωση από τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, ούτε από
τις διατάξεις του ν. 2251/1994 για την προστασία του καταναλωτή και ο επίδικος ενσωματωμένος
στη σύμβαση Γ.Ο.Σ δεν έχει καταχρηστικό χαρακτήρα, λαμβανομένων υπόψη, επί τη βάσει των
πραγματικών διαπιστώσεων της προσβαλλόμενης απόφασης, της φύσεως των αγαθών και
υπηρεσιών, τις οποίες αφορά η σύμβαση, του σκοπού της, του συνόλου των ειδικών συνθηκών
κατά τη σύναψή της και της απουσίας άλλων ρητρών στην ίδια σύμβαση από τις οποίες αυτός να
εξαρτάται, καθώς και του ότι δεν έχει αυτός ως αποτέλεσμα τη σημαντική και ουσιώδη διατάραξη
της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβληθέντων διαδίκων, ούτε την
επιβάρυνση της αναιρεσίβλητης. Επιπλέον, δεν παραβιάσθηκε η θεμελιώδης αρχή της προστασίας
του καταναλωτή, που είναι η διαφάνεια, η οποία διέπει το δίκαιο των Γ.Ο.Σ. και είναι
ενσωματωμένη στην ημεδαπή έννομη τάξη με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 έως 3, 6, 7 περ.
ε’, ζ’, η’ ια’ και άρ. 5 ν. 2251/1994 και επιτάσσει τη σαφήνεια και το κατανοητό του κάθε όρου.

Εν προκειμένω οι νομικές συνέπειες του όρου για την αναιρεσίβλητη είναι σαφείς και δεν
διαπιστώνεται ασάφεια προς ενίσχυση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της αναιρεσείουσας,
ούτε για την προβολή από την πλευρά της φαινομενικών αξιώσεων. Οι οικονομικές συνέπειες και
επιβαρύνσεις από τον όρο είναι ευκρινείς για την αναιρεσίβλητη, υπό την έννοια, ότι μπορούν να
γίνουν άμεσα κατανοητές από αυτήν ως μέση καταναλώτρια, η οποία δεν διαθέτει εξειδικευμένες
νομικές και οικονομικές γνώσεις. Η διατύπωση του όρου υπήρξε σαφής και κατανοητή, το
περιεχόμενο αυτού ορισμένο και η εξέλιξη του προβλέψιμη. Ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου
ήταν για την αναιρεσίβλητη σαφώς περιγεγραμμένος και προσδιορισμένος και η αναιρεσίβλητη,
καταναλώτρια, μπορούσε να αντιληφθεί με πλήρη σαφήνεια την αναλαμβανόμενη υποχρέωση ως
προς το ύψος του επιτοκίου του δανείου της. Τούτο ήταν εκ των προτέρων εναργές και σαφές και
προσδιοριζόταν εξ αρχής πριν την κατάρτιση της συμφωνίας, χωρίς απόκρυψη άλλων κριτηρίων,
που θα διέψευδαν τις τυπικές και δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη ως προς την εξέλιξη της
συναλλακτικής του σχέσης με την τράπεζα. Από την επισκόπηση των προαναφερθέντων
διαδικαστικών εγγράφων προς διερεύνηση της αλήθειας των συγκεκριμένων αιτιάσεων, που
αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τους προαναφερθέντες τέσσερις αναιρετικούς
λόγους, διαγιγνώσκεται, ότι, η προσβαλλομένη παραβίασε ευθέως τις παραπάνω ουσιαστικού
δικαίου διατάξεις και υπέπεσε στις από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες και
επομένως, οι τελευταίοι αναιρετικοί λόγοι είναι βάσιμοι.

 

Αν σας φάνηκε χρήσιμο, μπορείτε να το μοιραστείτε:
Facebook Twitter Email

Related Posts

Leave A Reply