Η συνδιαλλαγή του άρθρου 99 του Πτωχευτικού Κώδικα στη πράξη. Προσπάθεια Ανάνηψης ή Καθυστέρηση της πτώχευσης;



Η προσπάθεια του έλληνα νομοθέτη να αντιγράψει ότι καλό νομοθετικά έχουν οι υπόλοιποι ευρωπαίοι, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του την ελληνική πραγματικότητα πολλές φορές οδηγεί στην ψήφιση νόμων που καταργούνται εν τοις πράγμασι.

Η συντακτική επιτροπή που εισήγαγε το νόμο ως καινοτομία στον ελληνικό πτωχευτικό κώδικα διαλαλούσε με πανηγυρικό τρόπο ότι η διαδικασία της συνδιαλλαγής αποτελεί το μαγικό φίλτρο για τη διάσωση των επιχειρήσεων που βρίσκονται σε προπτωχευτικό στάδιο.

τι αποδείχθηκε τελικά στη πράξη; Αποδείχθηκε ότι η συνδιαλλαγή αποτελεί ένα πολύ καλό εργαλείο των εμπόρων να σταματήσουν με δικαστική απόφαση τις ατομικές διώξεις (κατασχέσεις, πλειστηριασμούς) για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, αφού στο τέλος της διαδρομής οι πιστωτές του εμπόρου άνοιγαν τη πόρτα της αποτυχίας του συμβιβασμού οπότε ξεκινούσε είτε η πτώχευση είτε η επανάληψη των ατομικών διώξεων κατά του εμπόρου.

Πολλοί θα θυμούνται τη διαδικασία του άρθρου 44 του νόμου 1892/1990, διαδικασία στην οποία εντάχθηκαν γνωστά ανώνυμα ποδοσφαιρικά σωματεία Αθηνών και Θεσσαλονίκης. Με το άρθρο 44 υπήρχε η δυνατότητα οικειοθελώς οφειλέτης και πιστωτές να έρθουν σε συμφωνία για τη ρύθμιση και τον περιορισμό των χρεών που είχε προς αυτούς ο οφειλέτης. Με την εισαγωγή της συνδιαλλαγής καταργήθηκε πλέον το άρθρο 44 (άρθρο 181 ν. 3588/2007)

Το ως άνω άρθρο 44 επέτρεπε τη συμφωνία οφειλέτη και πλειοψηφίας των πιστωτών για περιορισμό των απαιτήσεων κατά του πρώτου με τη διαφορά ότι η απόφαση τη πλειοψηφίας δέσμευε και τη μειοψηφία των πιστωτών. Με την εισαγωγή του Θεσμού της συνδιαλλαγής η συμφωνία δεσμεύει μόνο αυτούς που την υπέγραψαν. Η ρύθμιση βέβαια αυτή καθιστά την πρακτική εφαρμογή της συνδιαλλαγής ουσιαστικά ανέφικτη, καθώς εάν συμφωνήσει η πλειοψηφία των πιστωτών θα αναλάβει αποκλειστικά και εξολοκλήρου και το μερίδιο που αντιστοιχεί σε αυτούς τους πιστωτές που αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στη διαδικασία. Έτσι, όμως, δημιουργείται αντικίνητρο από την πλευρά των πιστωτών να έρθουν σε συμφωνία για περιορισμό των απαιτήσεών τους σε βάρος του οφειλέτη.

Άλλωστε, το ως άνω πρόβλημα ενισχύεται και από το γεγονός ότι στην όλη διαδικασία μεσολαβούν δικαστικές αποφάσεις κατά στάδια. Δηλαδή, ο νομοθέτης αφενός άφησε ανεξέλεγκτη τη διαδικασία της συνδιαλλαγής στα χέρια των ιδιωτών – χωρίς καμία δέσμευση για όσους δε μετάσχουν και τελικώς δεν υπογράφουν τη συμφωνία – και αφετέρου ενέταξε αυτή τη διαδικασία στον δικαιοδοτικό έλεγχο των δικαστηρίων.

Έτσι στη πράξη τι παρατηρήθηκε; Η διαδικασία «μπλόκαρε» τις ατομικές διώξεις, η μεσολάβηση των δικαστηρίων καθυστέρησε απίστευτα την όλη εξέλιξη της διαδικασίας και ο έμπορος-οφειλέτης βρήκε την υγειά του κηρύσσοντας πλέον χωρίς συνέπειες και επίσημα παύση πληρωμών, αφού καθ’όλη τη χρονοβόρα αυτή διάρκεια της διαδικασίας κανείς δε μπορούσε να του εκπλειστηριάσει προσωπική περιουσία. Κανείς, μάλιστα δε μπορούσε να ζητήσει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων σε βάρος του οφειλέτη είτε οι απαιτήσεις τους γεννήθηκαν πριν ή μετά την σύναψη της συμφωνίας συνδιαλλαγής.

Καθ’ όλο αυτό το χρονικό διάστημα, βέβαια, αναστέλλεται η παραγραφή, καθώς και οι αποκλειστικές προθεσμίες των απαιτήσεων των πιστωτών που υπέγραψαν τη συνδιαλλαγή, όπως το ίδιο και των δικαστικών προθεσμιών, για όλο αυτό το ίδιο χρονικό διάστημα.

Άρα τα αποτελέσματα της διαδικασίας τη συνδιαλλαγής απλώς διευκόλυναν και επισημοποίησαν την παύση πληρωμών που στο μεταξύ αναπόφευκτα κήρυττε ο οφειλέτης.

Επιπλέον, μπορούμε να πούμε ότι οι ενδεχόμενες κυρώσεις που επιβάλλονται στον οφειλέτη-έμπορο σε περίπτωση που δεν τηρήσει τη διαδικασία της συνδιαλλαγής είναι ανεπαίσθητες και χωρίς ουσιαστική σημασία σε σχέση πάντοτε με τα οφέλη που μπορεί να αποκομίσει ο οφειλέτης για τα δύο χρόνια της διάρκειας της διαδικασία της συνδιαλλαγής.

Έτσι σε περίπτωση αθέτησης της συμφωνίας συνδιαλλαγής από τη πλευρά του οφειλέτη, ο κάθε συμμετέχων πιστωτής έχει το δικαίωμα με αίτησή του προς το δικαστήριο να ζητήσει να ακυρωθεί η διαδικασία. Ας μη ξεχνάμε ότι τα έξοδα αυτά τα επιβαρύνονται οι πιστωτές. Δηλαδή, υπάρχει ο κίνδυνος αφενός να μην πάρουν ούτε τα χρήματα της ρύθμισης και αφετέρου να πληρώσουν και τα έξοδα των δικαστικών αγώνων για να απεμπλακούν από τη διαδικασία της συνδιαλλαγής.

Και μετά τι; Μετά να ακολουθήσει το ανελέητο κυνηγητό με κατασχέσεις και ατομικές διώξεις, στις οποίες τα έξοδα προπληρώνονται από τον επισπεύδοντα, δηλαδή και πάλι από τους πιστωτές. Ο παραλογισμός και τα μειονεκτήματα αυτής της διαδικασίας νομίζω ότι καθιστούν επιτακτική την ανάγκη αλλαγής του νομοθετικού πλαισίου για τη διαδικασία της συνδιαλλαγής.

Το ίδιο δικαίωμα προσφυγής για ακύρωση της διαδικασίας συνδιαλλαγής έχει και ο μη συμμετέχων πιστωτής όταν διαπιστώσει ότι τα περιθώρια βιωσιμότητας της επιχείρησης είναι απίστευτα μικρά.

Δεν θα σχολιάσω καθόλου τον ορισμό του μεσολαβητή για το λόγο ότι στη πράξη αποδείχθηκε ότι για πολλούς αποτελεί μια συμμετοχή αγγαρείας παρά προσπάθειας εξεύρεσης λύσης. Στην ουσία έγινε μια προσπάθεια αντικατάστασης του βραδυκίνητου επιτρόπου της προηγούμενης διαδικασίας.

ΠΡΟΣΟΧΗ. Οι αιτήσεις αυτές αξιολογούνται από το δικαστήριο της διαδικασίας συνδιαλλαγής. Έτσι, υπάρχει ο κίνδυνος η αίτηση των πιστωτών να απορριφθεί και έτσι οι ίδιοι να εμπλακούν σε ένα κυκεώνα δικαστικών «προσφυγών» για να αποδείξουν ότι τελικά ο οφειλέτης τους «ξεγέλασε» χρησιμοποιώντας τη νόμιμη οδό.

Συμπερασματικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι ναι μεν υπήρξε μια κινητοποίηση αλλαγής του Πτωχευτικού Κώδικα, η ερμηνεία του οποίου απαιτούσε την άριστη γνώση των αρχαίων ελληνικών, ωστόσο τα προσδοκώμενα αποτελέσματα αποδείχθηκε ότι υπολείπονταν κατά πολύ από τον υψηλό πήχη που ετέθη.

Αν σας φάνηκε χρήσιμο, μπορείτε να το μοιραστείτε:
Facebook Twitter Email

Related Posts

Leave A Reply